ΠΟΙΗΣΗ

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ

Έμμετρος Ελεγειακός Αποχαιρετισμός
στον Οδυσσέα Χατζόπουλο

από έναν φίλο του
σήμερα 1η Ιουλίου 2014 στο Γ΄ Νεκροταφείο

Χρίστος Γούδης
01/07/2014

 
Όλα τού φταίγανε σ’ αυτόν τον τόπο
Οι Κύκλωπες, γιατί τον κοίταζαν με ένα μάτι
Οι διαδηλωτές, γιατί γκομένιζαν αντί να επαναστατήσουν
Και οι Σειρήνες, γιατί αποσπούσανε την προσοχή του
και κάνανε διορθωτές και τυπογράφους να αλλοιθωρίζουν
καθυστερώντας τις εκδόσεις των αρχαίων τραγικών

Όλα τού φταίγανε σ’ αυτόν τον τόπο
Οι λούγκρες, γιατί ήταν λούγκρες
Και τα λαμόγια, γιατί ήτανε λαμόγια
Οι μούτσοι, γιατί γίναν καπετάνιοι
Κι οι Λαιστρυγόνες, γιατί ήταν κανιβαλικοί
κι ανθρωποφάγοι
και καταβρόχθιζαν το είναι των φτωχών

Όλα τού φταίγανε σ’ αυτόν τον τόπο
Η Καλυψώ, γιατ’ είχε κάνει αποτυχημένο λίφτινγκ
Η Σκύλλα, γιατί πρώτευσε στη Γιουροβίζιον
Η Χάρυβδις, γιατί εκπορνευόταν στις τηλεοράσεις
με δήθεν καλλιτέχνιδες
στα οφθαλμόδουλα πορνό των παρακμιακών

Κι ο Αίολος, αεριτζής μεγάλος
Κι οι παπατζήδες της πολιτικής
Και οι σαράφηδες της Σοφοκλέους
που μετατρέψανε τον τραγωδό σε τοκογλύφο
και την Ελλάδα να πωλείται σε τιμή ευκαιρίας
λεία των σαρκοβόρων και αρπακτικών
ατζέντηδων αγοραστών

Όλα τού φταίγανε σ’ αυτόν τον τόπο
Ο Τειρεσίας, για τις προγνώσεις του
που αποδειχτήκανε πατάτες
Οι νταβατζήδες, γιατί θρονιάστηκαν στην εξουσία
Η Κίρκη, γιατί δεν τους έκανε γουρούνια
– πως όμως να τους κάνει αφού ήταν ήδη –
Οι νέοι, γιατί στραβά αρμενίζανε από την ντόπα
Οι ποδοσφαιριστές, για τα σικέ παιχνίδια
Και ο στρατός, γιατί τον διοικούσαν στρατηγοί γραφείου
και ναύαρχοι που υποφέρανε από ναυτία
κι εγκαταλείψανε την Κύπρο στους Οθωμανούς
και τις βραχονησίδες στους τυχάρπαστους ανέμους
που κουρελιάσαν τη σημαία
και την κηλίδωσαν με μιαν απέραντη κηλίδα πετρελαίου
που καθυβρίζει και μολύνει και ρυπαίνει
τα γαλανά και όσια νερά του Αιγαίου
προς τέρψιν των σκυλόψαρων και των καρχαριών

Όλα τού φταίγανε σ’ αυτόν τον τόπο
Οι παπαγάλοι, γιατί γίνανε δημοσιογράφοι
Οι κουλτουριάρες της αριστεράς, γιατί αποδόμησανε το έθνος
Τα σούργελα, γιατί προσβάλλουν την αισθητική μας
Και οι εκδότες, γιατί εκδίδουνε τα πάντα
έναντι της διάπραξης ανομημάτων
και της απόκτησης των αντιπαροχών

Όλα τού φταίγανε σ’ αυτόν τον τόπο
Οι τραπεζίτες, γιατί κάνανε πάρτι με κλεμμένα
Και οι κυνόδοντες, γιατί μασούσανε τις σάρκες του λαού
Κι οι καραγκιόζηδες, γιατί νομίζανε πως ήταν καραγκιοζοπαίχτες
Κι οι καταδότες, γιατί ήτανε ρουφιάνοι
Κι οι ξενοδόχοι, γιατί ψωμίζονταν απ’ τους προγόνους
και μεταμόρφωσαν τη χώρα μας σε πανδοχείο της Τζαμάϊκα
Κι οι πρωτομάστορες του ναρκοτράφικο κι οι άρχοντες του σκότους
γιατί πλουτίσανε πουλώντας σύριγγες και σκόνη και ψυχές και σάρκα
για πάσα διαστροφή κι εκφυλισμό και κατρακύλα
των πάσης φύσεως μικροαστών

Όλα τού φταίγανε σ’ αυτόν τον τόπο
που αντί για όνειρο κάποιοι τον μεταποίησαν σε Εφιάλτη
για να περάσουνε οι χρυσοφόροι Μήδοι
κι οι βάρβαροι και οι χαλασοχώρηδες κι οι λιμασμένοι
κι οι κάθε καρυδιάς καρύδι παρείσακτοι λαθρεπιβάτες
και οι ανάλγητοι Έμποροι των Εθνών

Κανείς δεν έμεινε σ’ αυτόν τον τόπο να φυλάει Θερμοπύλες
Όλοι τους προσκυνήσαν τον Μεγάλο Βασιλέα
Όλοι τους οδοιπόροι για τα Σούσα και τις Πασαργάδες
Πορεία καταξίωσης στον οχετό των τρωκτικών.
Όμως, τοις πάσι χρόνος και καιρός
τω παντί πράγματι υπό τον ουρανόν.

 Το πλήρωμα του χρόνου κι ο καιρός
Καιρός της Κρίσεως και της Δικαιοσύνης
Καιρός του κόψασθαι, καιρός του κλαύσαι
Καιρός του ρήξαι και του απολέσαι
Καιρός του εκτίλαι το πεφυτευμένον
Καιρός του αποθανείν
Καιρός του σιγάν «κρείττον του λαλείν»

Την ώρα της αλήθειας
έκανε, όπως όφειλε, ταμείο
δανείων και παρακαταθηκών και πεπραγμένων.

Άνοιξε το σεντούκι με τους θησαυρούς του Γένους
Δούρειο Ίππο της εκπόρθησης
της Αμαθείας και των αμαθών
Μάζεψε όσους αρχαίους συγγραφείς του είχαν απομείνει
που του παραπονιότανε γιατί δεν πρόλαβε να τους τυπώσει
και τους προσέλαβε ερέτες στο μακρύ ταξίδι
με την τριήρη, την βασιλεύουσα των θαλασσών.

Τους φόρτωσε στην Πάραλο στην παραλία
λίγο μετά την άφιξή της με την αγγελία
της συντριβής και  συμφοράς των Αθηνών.

Εκείνης της νυκτός ουδείς ουδόλως εκοιμήθη.

Και το πρωΐ έφυγε με την Κιβωτό του Έθνους για τη Δήλο
της Άρτεμης και του Απόλλωνα Ηλίου,
του τιμωρού και ολετήρα των ανόητων κρεοφάγων
των καθαγιασμένων ιερών βοδιών,
να συνεχίσει μοναχός και θαλασσοδαρμένος στη σχεδία
ένα ταξίδι άδηλο προς την Μεγάλη Ανατολή
των Δυτικών κι αγνώστων Ινδιών
προορισμός: η ενδοχώρα των αθάνατων θνητών

Πήγε αλλού, όχι για νά ’βρει  ηρεμία
αναπολώντας ίχνη των προσπαθειών που σβήσαν παρά θίν αλός
και καταφεύγοντας στο μικρολίμανο για προστασία
μέσα στα ξύλινα ή στα μακρά τείχη του Πειραιώς

Πήγε να συνεχίσει τον αγώνα τον καλό και τον ωραίο
έφιππος και θυμώδης και μαινόμενος τη μέρα της Οργής
πολύπλαγκτος και οδυσσόμενος εξοργισμένος Οδυσσέας
Πήγε για να τα ψάλλει στους αρχάγγελους και τους αγγέλους
τους Σεραφείμ και Χερουβείμ
και τους παντός καιρού παρατρεχάμενους του Παραδείσου
τους κλικαδόρους και τους κλακαδόρους και τους τσιλιαδόρους
δημαγωγούς του δόγματος «οι τελευταίοι έσονται πρώτοι»
τους αρχιτέκτονες των εκτρωμάτων της αρχιτεκτονικής
που κάνανε τη νήσο των Φαιάκων ντίσκο
και τις ακτές πωλούμενα θέρετρα της ντροπής

Την Ιερουσαλήμ, αντί για πόλη της ειρήνης,
πόλη των πυροβολισμών και τείχος των δακρύων
των οδυρμών και της κατακραυγής

Τον κήπο της Εδέμ μία μεγάλη πιτσαρία
και την Κνωσσό, ταβέρνα «Κνέσετ» της στιγμής
και προξενείο τούρκικο τη Θράκη
και πόλη των ντονμέδων τη Θεσσαλονίκη
στο στόχαστρο επί σκοπόν
απ’ το τρελάδικο της σκοπιανής επιβουλής

Και την Αθήνα, πόλη διαχείρισης των αποβλήτων
και την πλατεία Φιλομούσου Εταιρείας
μια πολυεθνική διαπλεκόμενη καφετερία
και το Μουσείο της Ακρόπολης
στρατόπεδο συγκέντρωσης των αγαλμάτων των παλιών
και τον περικαλλή ναό του Παρθενώνα
τζαμί, για να υποδεχτούνε στην Ελλάδα
όλους τους μωαμεθανούς από τις χώρες της Ασίας
κομίζοντες ξανά μαζί με το Κοράνι
ήθη και έθιμα των παλαιών μας κατακτητών

Και την πατρίδα, χώρα του «μπάτε σκύλοι αλέστε»
χώρα συμμοριών και εγκλημάτων
και πρωταθλήτρια των αυτοκτονιών

Αποθανέτω η ψυχή μετά των αλλοφύλων
Αχ Οδυσσέα, μία Οδύσσεια ήτανε όλη κι όλη η ζωή σου!
Μία πνευματική φουρτούνα με πολλά φεγγάρια
Μία πεισματική αντίσταση στα ευτελή και τα χυδαία
Μια περιφρούρηση ταυτότητας πάση θυσία
που σ’ οδηγούσε σε μια εσώψυχη θαλασσοταραχή

Ένα περίλαμπρος ελληνικός διάττων απ’ το παρελθόν
κι ένα ηφαίστειο της Σαντορίνης ήταν η ζωή σου
μια εξωγήϊνη κι απόκοσμη αιχμή
Μια σύμφυτη γελάσασα κι ανάμικτη με δακρυόεν
παλίντονος ομηρική αναλαμπή.
Και η Ιθάκη ήταν απλά μια φαντασία,
μία παραίσθηση, ένα μεγάλο ψέμα, μια υπεκφυγή.

Η μόνη που απόμεινε ακόμα
να δώσει μάχη και συνέχεια στον αγώνα
για το αρχαίο πνεύμα αθάνατο κι αληθινό
είναι η πολιούχος και προστάτιδά σου
η Αθηνά Παλλάς

χωρίς ούτε λεπτό να πάψει να μοιρολογάει
πάνω στον μαρμαρένιο τάφο με τον κάκτο
τη Δόξα την παλιά, που έζησε μαζί σου
τη Δόξα, που λεγότανε Ελλάς!

 

Ανδρέας Κάλβος: Εις Σάμον

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι.
Θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.

Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας) επτέρωσε
τον Ίκαρον, και αν έπεσεν
ο πτερωθείς και επνίγη
θαλασσωμένος,

αφ' υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος.-
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμζε
φρικτόν τον τάφο.

Ανδρέας Κάλβος

Θέλει  αρετή και τόλμη η Ελευθερία. Δεν την κατακτούν όσοι εφησυχάζονται και αρκούνται στα λίγα, καθημερινά πράγματα της ζωής. Η Ελευθερία είναι ένα αγαθό που απαιτεί συνεχείς και επίπονους προσωπικούς αγώνες. Δεν μπορούν όλοι να απελευθερωθούν από τα δεσμά του σύγχρονου κόσμου γιατί δεν έχουν όλοι θάρος και τόλμη να το επιδιώξουν... Μπορείς να την προσεγγίσεις με προσπάθεια και αδιάκοπο αγώνα, προσηλωμένος σε στόχους ιερούς, ανώτερους. Και όταν καταπιαστείς με αυτά και γνωρίσεις την αλήθεια και τον πραγματικό σκοπό της ύπαρξης σου, τότε θα γευτείς την πραγματική ελευθερία. Την Ελευθερία της ψυχής!


 

Άγγελος Σικελιανός

Κώστας Αλεξανδράκης
 19/06/2014

Άγγελος Σικελιανός: Είμαι τετρακάθαρα Εθνικιστής – 63 χρόνια από το θάνατο του

 

Σαν σήμερα περνάει στην αιωνιότητα και στο πάνθεον των Ελληνικών Γραμμάτων, ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός. Γεννηθείς στην Λευκάδα στα τέλη του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα στις 15 Μαρτίου του 1884, ο Σικελιανός υπήρξε φλογερός πατριώτης, ελληνοκεντρικός και ελληνολάτρης, όπως κάθε άνθρωπος ικανός για πνευματική δημιουργία και σκέψη.

Η πρώτη του ποιητική προσπάθεια υπό μορφή συλλογής, έπειτα από χρόνια επαφών με πραγματικούς πνευματικούς ανθρώπους, που προφανώς δεν είχαν ουδεμία σχέση με τα σκύβαλα που ποζάρουν σήμερα ως «διανοούμενοι», ήταν η ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Αλαφροΐσκιωτος», η οποία έκανε αίσθηση στους τότε φιλολογικούς κύκλους.

Στην συνέχεια και μετά από μία περίοδο έντονης πνευματικής αναζητήσεως κυκλοφορεί η τετράτομη ποιητική συλλογή, «Πρόλογος στη Ζωή», απαρτιζόμενοι από τους τόμους «Η Συνείδηση της Γης μου» και «Η Συνείδηση της Φυλής μου» του 1915 και τους τόμους «Η Συνείδηση της Γυναίκας» του 1916 και τον «Η Συνείδηση της Πίστης» του 1917.

Πολλά έχουν γραφεί και ειπωθεί για τον Σικελιανό μετά τον θάνατο του. Δεν θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη που αυτό γίνεται, αφού κυρίως στην μεταπολίτευση, η αριστερά – κυρίως – έδειξε την ανάγκη οικειοποίησης πνευματικών ανθρώπων σε μια ιδιότυπη προσπάθεια να κατακτηθεί πνευματικά η κοινωνία από τα υλιστικά μηδενικά. Όμως πριν προχωρήσουμε στη συνέχεια περί του έργου και της προσφοράς του Μεγάλου Σικελιανού, ας παραθέσουμε μία επιστολή του Σικελιανού, προς τον Εθνικιστή Ίωνα Δραγούμη, όπως αυτή δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» της 6ης Ιουλίου του 1997:

«Αξιότιμε Φίλε,

Αν άργησα υπερβολικά κι ελπίζω όχι ασυγχώρητα να σας πω τη βαθιά μου τιμή για το βιβλίο σας «Όσοι Ζωντανοί» και να σας σφίξω εγκάρδια το χέρι, σας παρακαλώ να το αποδώσετε στην  καθόλου βιαστικήν υπόληψη που του ώφειλα.

Καθώς ίσως θα ώφειλα ν’ απαντήσω με μια λέξη στο λοξό ερώτημα σας για την ανθρώπινη μου πίστη: «Είμαι τετρακάθαρα Εθνικιστής». Μόνο που και πάλι βιαστικός ο λόγος μου, όσο δεν τον φανερώνει το έργο που αφιέρωσα τη ζωή μου. Και το λέγω μόνο με την απλή ιδέα πως αν συναντιέται με την σκέψη σας, δε δείχνει παρά μία απ’ τις εσώτερες αφορμές της εκτίμησης μου. Θα ήθελα και ό,τι άλλο ετυπώσατε· αλλά καθώς σε λίγο και πολύ πιθανό να περάσω στην Ελλάδα για κάμποσο, θα σας δώσω διεύθυνση απ’ αλλού, αν δεν τύχει να σας ιδώ. Μένω ωστόσο με τιμή.

Άγγελος Σικελιανός»


Το επόμενο διάστημα ο Σικελιανός ασχολήθηκε με την «Δελφική Ιδέα», δίνοντας διαλέξεις και οργανώνοντας τις «Δελφικές Εορτές» με παραστάσεις του Προμηθέα Δεσμώτη και των Ικέτιδων να ανεβαίνουν στο αρχαίο θέατρο. Το 1943 που έφυγε από κοντά μας ο σύγχρονος Τιτάνας, Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός του αφιέρωσε το ομώνυμο ποίημα, το οποίο και απήγγειλε κατά την διάρκεια της κηδείας του:

«Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !»

Ο Σικελιανός υπήρξε 5 φορές προτεινόμενος για Νόμπελ Λογοτεχνίας και ήτο πρόεδρος της Εταίριας Ελλήνων Λογοτεχνών κατόπιν εκλογής του το 1946. Σαν σήμερα, στις 19 Ιουνίου του 1951 φεύγει από κοντά μας, αφήνοντας την Ελληνική Πνευματική ζωή ακόμα πιο κενή. Σας παραθέτουμε τέλος ένα από τα ανώτερα έργα του, το «Πνευματικό Εμβατήριο»

Σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι,

(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας λευτεριᾶς σου, Ἑλλάδα,
μοῦ ἀναλαμπάδιασε ἄξαφνα ἡ ψυχὴ σὰν νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα, ἢ ὡς νἆχα, τ᾿ ἅγιο κελὶ
Τοῦ Ἡράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἔχαλκευσε τοὺς λογισμούς του
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἄρματα στῆς Ἔφεσος τὸ Ναό...

Γιγάντιες σκέψεις, σὰ νέφη πύρινα ἢ νησιὰ πορφυρωμένα
σὲ μυθικὸν ἡλιοβασίλεμα, ἄναβαν στὸ νοῦ μου,
τὶ ὅλη μου καίονταν μονομιᾶς ἡ ζωὴ στὴν ἔγνοια
τῆς καινούργιας λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα. γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶπα:

Τοῦτο εἶναι τὸ φῶς τῆς νεκρικῆς πυρᾶς μου...

Δαυλὸς τῆς Ἱστορίας Σου, ἔκραξα εἶμαι, καὶ νά,
ἂς καεῖ σὰν δάδα τὸ ἔρμο μου κουφάρι, μὲ τὴν δάδα τούτην,
ὀρθὸς πορεύοντας, ὡς μὲ τὴν ὕστερη ὥρα,
ὅλες νὰ φέξουν τέλος οἱ γωνιὲς τῆς οἰκουμένης,
ν᾿ ἀνοίξω δρόμο στὴν ψυχή, στὸ πνεῦμα, στὸ κορμί Σου, Ἑλλάδα.

Εἶπα, καὶ ἐβάδισα
κρατώντας τ᾿ ἀναμμένο μου συκώτι στὸν Καύκασό Σου,
καὶ τὸ κάθε πάτημά μου ἦταν τὸ πρῶτο,
κι ἦταν, θάρρευα, τὸ τελευταῖο,
τὶ τὸ γυμνό μου πόδι ἔπατει μέσα στὰ αἵματά Σου,
τί τὸ γυμνό μου πόδι ἐσκονταυε στὰ πτώματά Σου,
γιατὶ τὸ σῶμα, ἡ ὄψη μου, ὅλο μου τὸ πνεῦμα καθρεφτιζόταν,
σὰ σὲ λίμνη, μέσα στὰ αἱματά Σου.

Ἐκεῖ, σὲ τέτοιον ἄλικο καθρέφτη. Ἑλλάδα, καθρέφτη ἀπύθμενο,
καθρέφτη τῆς ἀβύσσου, τῆς Λευτεριᾶς Σου καὶ τῆς δίψας Σου,
εἶδα τὸν ἑαυτό μου βαρὺ ἀπὸ κοκκινόχωμα πηλὸ πλασμένο,
καινούργιο Ἀδὰμ τῆς πιὸ καινούργιας Πλάσης
ὅπου νὰ πλάσουνε γιὰ Σένα μέλλει. Ἑλλάδα.

Κι εἶπα:
Τὸ ξέρω, ναὶ ποὺ κι οἱ Θεοί Σου,
οἱ Ὀλύμπιοι χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατὶ τοὺς θάψαμε βαθειὰ βαθειά, νὰ μὴν τοὺς βροῦν οἱ ξένοι.
Καὶ τὸ θεμέλιο διπλὸ στέριωσε κι᾿ ἐτριπλοστεριωσε
ὅλο μ᾿ ὅσα οἱ ὀχτροί μας κόκαλα σωριάσανε ἀποπάνω...
κι᾿ ἀκόμα ξέρω πὼς γιὰ τὶς σπονδὲς καὶ τὸ τάμα
τοῦ νέου Ναοῦ π᾿ ὀνειρευτήκαμε γιὰ Σένα, Ἑλλάδα,
μέρες καὶ νύχτες τόσα ἀδέλφια σφάχτηκαν ἀνάμεσά τους,
ὅσα δὲ σφάχτηκαν ἀρνιὰ ποτὲ γιὰ Πάσχα...

Μοίρα, κι ἡ Μοίρα Σου ὡς τὰ τρίσβαθα
δική μου κι᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἀγάπη, ἀπ᾿ τὴ μεγάλη δημιουργὸ Ἀγάπη
νὰ ποὺ ἡ ψυχή μου ἐσκλήρυνεν,
ἐσκλήρυνε καὶ μπαίνει ἀκέρια πιὰ μέσα στὴ λάσπη
καὶ μέσ᾿ τὸ αἷμα Σου, νὰ πλάσῃ τὴ νέα καρδιὰ
ποὺ χρειάζεται στὸ νιό Σου ἀγώνα, Ἑλλάδα.
Τὴ νέα καρδιὰ ποὺ κιόλας ἔκλεισα στὰ στήθη
καὶ κράζω σήμερα μ᾿ αὐτὴ πρὸς τοὺς συντρόφους ὅλους.

Ὀμπρὸς βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα,
ὀμπρός, βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο.
Τὶ, Ἰδέτε· ἐκόλλησεν ἡ ρόδα του βαθειὰ στὴ λάσπη,
κι ἄ, ἰδέτε χώθηκε τ᾿ ἀξόνι του βαθειὰ μέσ᾿ τὸ αἷμα.
Ὀμπρός, παιδιά, καὶ δὲ βολεῖ μονάχος ν᾿ ἀνέβῃ ὁ ἥλιος,
σπρῶχτε μὲ γόνα καὶ μὲ στῆθος νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὴ λάσπη,
σπρῶχτε μὲ στῆθος καὶ μὲ γόνα νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὸ γαῖμα.
Δέστε, ἀκουμπᾶμε ἀπάνω τοῦ ὁμοαίματοι ἀδελφοί του.
Ὀμπρός, ἀδέλφια, καὶ μᾶς ἔζωσε μὲ τὴ φωτιά του,
ὀμπρός, ὀμπρὸς κι ἡ φλόγα του μᾶς τύλιξε ἀδελφοί μου.

Ὀμπρὸς οἱ δημιουργοί.. Τὴν ἀχθοφόρα ὁρμή Σας,
στυλῶστε μὲ κεφάλια καὶ μὲ πόδια, μὴ βουλιάξει ὁ ἥλιος.
Βοηθᾶτε με κι ἐμένανε ἀδελφοί, νὰ μὴ βουλιάξω ἀντάμα..
Τὶ πιὰ εἶν᾿ ἀπάνω μου καὶ μέσα μου καὶ γύρα.
Τὶ πιὰ γυρίζω σ᾿ ἕναν ἅγιον Ἴλιγγο μαζί του...
Χίλια καπούλια ταῦροι τοῦ κρατᾶν τὴ βάση, δικέφαλος ἀητός·
κι ἀπάνω μου τινάζει τὶς φτεροῦγες του καὶ βογγάει ὁ σάλαγός του,
στὴν κεφαλή μου πλάι καὶ μέσα στὴν ψυχή μου.
καὶ τὸ μακριὰ καὶ τὸ σιμὰ γιὰ μένα πιὰ εἶν᾿ ἕνα...
Πρωτάκουστες βαρεῖες μὲ ζώνουν Ἁρμονίες,
ὀμπρός, σύντροφοι, βοηθᾶτε νὰ σηκωθεῖ νὰ γίνει ὁ ἥλιος πνεῦμα.

Σιμώνει ὁ νέος ὁ Λόγος π᾿ ὅλα θὰ τὰ βάψῃ,
στὴ νέα του φλόγα. νοῦ καὶ σῶμα. ἀτόφιο ἀτσάλι...
Ἡ γῆ μας ἀρκετὰ λιπάστηκε ἀπὸ σάρκα ἀνθρώπου...
παχιὰ καὶ καρπερά, νὰ μὴν ἀφήσουνε τὰ σώματά μας
νὰ ξεραθοῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ τοῦτο λουτρὸ τοῦ αἵμα του πιὸ πλούσιο,
πιὸ βαθὺ κι ἀπ᾿ ὅποιο πρωτοβρόχι.
Αὔριο νὰ βγεῖ ὁ καθένας μας μὲ δώδεκα ζευγάρια βόδια
τὴ γῆ αὐτὴ νὰ ὀργώσει τὴν αἱματοποτισμενη...
Ν᾿ ἀνθίση ἡ δάφνη ἀπάνω της καὶ δέντρο ζωῆς νὰ γένη,
καὶ ἡ Ἄμπελός μας νὰ ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης...

Ἔτσι, σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας Λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα
ἀναψυχώθηκε ἄξαφνα τρανὴ ἡ κραυγή μου, ὡς νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα ἢ ὡς νἆχα τ᾿ ἅγιο κελὶ
τοῦ Ἠράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἐχάλκευε τοὺς στοχασμούς του
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἄρματα στῆς Ἔφεσος τὸ ναὸ
ὡς Σᾶς ἔκραζα σύντροφοι.



 

ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΧΑΡΕΑΣ
02/06/2014

http://www.slap.gr/wp-content/uploads/corto_maltese_1small.jpg

Καπνίζει  και γεύεται την απελευθέρωση του από κάθε σκέψη. Ακολουθεί τον καπνό σαν να ήταν το δικό του ίχνος. Και έτσι κείται στην άβυσσο, για να μπορέσει να αναγνωρίσει κάποιο νεύμα και ένα σημάδι. 

 

ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΕ
ΤΕΝΤΩΜΕΝΗ ΕΥΘΕΙΑ ΓΡΑΜΜΗ

 

  
Σημείο Α                                                                                                 Άπειρο   

 

Ήτανε ένα αόριστο φθινοπωριάτικο σούρουπο που έφυγα για το ταξίδι στο Νέο Κόσμο.

Όσο περισσότερο η νύχτα του παλαιού κόσμου πλησίαζε το μεσονύχτι, τόσο περισσότερο αποφασιστικά κυριαρχεί η φτώχεια κατά τρόπο που να κρύβει την ίδια της την ουσία. Κάθε στιγμή απειλούταν ότι θα ήταν η τελευταία μου. Κανένα ίχνος. Έχουν σχεδόν χαθεί όλα, μέσα σ’ αυτήν την χαμένη ιχνηλασία. Μαύρες τρύπες και δυνάμεις βαρύτητας με τραβούσαν προς το χείλος της Αβύσσου. Κρατούσα την ψυχραιμία μου και πιστεύοντας στην υπέρτατη δύναμη, προσπαθούσα να αναγνωρίσω κάποιο νεύμα και ένα σημάδι. 

Δεν έφυγα από κανένα γνωστό λιμάνι. Ακόμα και σήμερα αγνοούμε ποιο λιμάνι μπορεί να ήταν. Μπορεί και γω να μη το γνώριζα, γιατί ποτέ να μην είχα πάει. Το μόνο σίγουρο ήτανε, ότι ο σκοπός του ταξιδιού ήτανε η αναζήτηση.

Φαντάζομαι ότι όποιος διαβάζει αυτές τις γραμμές, θα κρίνει αναμφίβολα, ότι είναι εντελώς παράλογες. Γιατί κανένας ποτέ δεν ταξίδεψε όπως έκανα εγώ, θαρρώ.

Το καράβι το έλεγαν « Κάποιος ».
Το πλήθος γελάει.
Ποιος μας λέει, όμως, ότι δεν γράφω σύμβολα φτιαγμένα για να γίνονται κατανοητά από τους θεούς;
Έφυγα το σούρουπο.
Επισκέφτηκα Ευρώπες νέες και Κων/πολές.
Υποδέκτηκαν την ιστιοφόρο είσοδο μου σε βόσπορους ψεύτικους.
Ναι, είναι αλήθεια!
Έφυγα μ’ ένα ατμόπλοιο που στο λιμάνι έφθασε ιστιοφόρο, όπως σας το λέω.
Αυτό είναι αδύνατον! Φωνάζει το πλήθος, που μαζεύτηκε στο λιμάνι.
Είναι αδύνατον, λέτε;
Δεν γνώρισα ποτέ κανέναν, με ειλικρίνεια, ας πούμε, που να τον τσάκισαν στο ξύλο.
Όλοι μου οι γνωστοί υπήρξαν πρωταθλητές σε όλα.
Εγώ, τόσες φορές χυδαίος, φαύλος κι ελεεινός,
τόσες φορές αδιαφιλονίκητα παράσιτο,
ασυγχώρητα βρόμικος,
εγώ που τόσες φορές δεν είχα την υπομονή να κάνω μπάνιο,
εγώ που τόσες φορές υπήρξα γελοίος, παράλογος,
που πεδικλώθηκα δημοσίως στα χάλια των καλών τρόπων,
που υπήρξα γελοίος, τσιγκούνης, υποταγμένος κι υπερόπτης,
που υπέφερα ταπεινώσεις σιωπηλά,
που όταν δεν σιώπησα ήμουν ακόμη πιο γελοίος,
εγώ που υπήρξα κωμικός για τις καμαριέρες,
εγώ που αισθάνθηκα το κλείσιμο του ματιού των κλητήρων,
εγώ που διέπραξα αίσχη οικονομικά, ζητώντας δανεικά
χωρίς να τα ξεπληρώσω,
εγώ, που σαν ήρθε η ώρα της τιμωρίας, κρύφτηκα
πέρα από τη δυνατότητα της τιμωρίας,
εγώ που υπέφερα την αγωνία των μικρών ασήμαντων
πραγμάτων,
διαπιστώνω πώς δεν υπάρχει όμοιος μου στον κόσμο.
Όλος ο κόσμος που γνωρίζω και μιλάει μαζί μου
ποτέ δεν διέπραξε μια γελοία πράξη, ποτέ δεν ταπεινώθηκε,
δεν υπήρξαν παρά πρίγκιπες-όλοι τους πρίγκιπες-στη
ζωή...
Και τι δεν θα' δινα για ν' ακούσω την ανθρώπινη φωνή
κάποιου
να εξομολογείται όχι μια αμαρτία αλλά μια παλιανθρωπιά,
να διηγείται όχι μια βιαιότητα αλλά μια δειλία!
Όχι, όλοι τους είναι το Ιδανικό αν ακούσω τι μου λένε.
Ποιος σ' αυτό τον απέραντο κόσμο θα μου εξομολογηθεί
ότι μια φορά υπήρξε ελεεινός;
Ω πρίγκιπες, αδέλφια μου,
Άει στο καλό, βαρέθηκα τους ημίθεους!
Που υπάρχουν άνθρωποι σ' αυτό τον κόσμο;
Λοιπόν μονάχα εγώ είμαι ο ελεεινός κι ο λάθος σ' αυτή τη
γη;
Μπορεί οι γυναίκες να μην τους αγάπησαν,
μπορεί να τους πρόδωσαν-αλλά ποτέ τους δεν υπήρξαν
γελοίοι!
Κι εγώ, που υπήρξα γελοίος χωρίς να με προδώσουν, χωρίς να μ’ αγαπήσουν,
πώς μπορώ να μιλώ με τους ανωτέρους μου χωρίς να
τρέμω;
Εγώ, που υπήρξα ελεεινός, στην κυριολεξία ελεεινός,
ελεεινός με την ταπεινή και ποταπή έννοια της
ελεεινότητας.

« Ναυάγια, είχατε καπετάνιε; », ακούστηκε μια φωνή μέσα στο πλήθος.
Όχι, δεν γνώρισα ποτέ. Αλλά έχω την εντύπωση, ότι ναυάγησα όλα μου τα ταξίδια.

Πότε και που αποβιβαστήκατε, καπετάνιε;

Όταν τέλειωσαν τα τσιγάρα. Συγχυσμένος, αναρωτήθηκα, ανακάλυψα και ξέχασα ότι είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη, στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματος μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο. 

Γεννήθηκα σε μια Ελληνική μεγαλούπολη, στα μέσα του Νοέμβρη κάποτε στα 1900 κάτι
Και οι Έλληνες που συναναστρέφομαι
Λένε ότι κατέχω την τελειότητα
Νομίζω ότι ήταν ανώφελο
Να πάω στην Ανατολή, να δω την Ινδία και την Κίνα
Γι’ αυτό και καπνίζω… .

Και γιατί πήγα; Όταν γεννήθηκα, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα "γραμμή της ζωής" στην παλάμη μου και αποφάσισα να χαράξω τη δική μου με ένα ξυράφι, αποφασίζοντας ότι η μοίρα μου είναι αυτή που ορίζω εγώ, μόνος μου.

Έκανα επίτηδες πως σπούδαζα μηχανικός.
Έζησα στο χθες. Επισκέφτηκα το μέλλον. Έχασα το παρών.
Είμαι Αναρχικός, αλλά όχι ενεργός. Συνήθως προσπαθώ να κρατάω στάση ουδετερότητας, αλλά ενστικτωδώς παίρνω το μέρος των καταπιεσμένων και μειονεκτούντων.
Είμαι αδύναμος.
Αλλά, βλέποντάς με, θα με βρουν το δίχως άλλο
Συνηθισμένο,
Εμένα και τη ζωή μου… Κοίτα! Ένα παιδί!
Τι φταίει τελικά που δεν μ’ αφήνουν
Ν’ ανήκω στο παγκόσμιο γένος που ετοιμάζουν.

Πως πήρατε την απόφαση να γίνεται ναυτικός;
Πρωτομπαρκάρεισα, ξεγελασμένος από την ελπίδα, γιος μιας μελλούμενης ομίχλης και μιας επερχόμενης αναποφασιστικότητας.
Είναι σαν το αγαπημένο μου ανάγνωσμα, η Ουτοπία του Τόμας Μορ, που ποτέ δεν κατάφερα να τελειώσω…

Χάρτης του κόσμου που δεν περιλαμβάνει την Ουτοπία δεν αξίζει ούτε να τον κοιτάξεις, γιατί αφήνει έξω μια χώρα προς την οποία η ανθρωπότητα πάντοτε κατευθύνεται. Και όταν η ανθρωπότητα φτάνει εκεί, κοιτάζει μακριά και, βλέποντας μία καλύτερη χώρα, σαλπάρει. Η πρόοδος είναι η πραγματοποίηση των Ουτοπιών.

Απ’ όλα τα λιμάνια, ποιο σας άρεσε πιο πολύ;

Η Λισσαβόνα με την ευρύχωρη ακανόνιστη πολύχρωμη μάζα από τα σπιτάκια που την αποτελούν.
Ντύθηκα όπως πάντα με το τζιν παντελόνι, το ραφ πουλόβερ, από πάνω ένα ναυτικό πανωφόρι και ένα λευκό κασκέτο. Πάντα μόνος μου έβγαινα, δεν είχα ποτέ φίλους. Και η ανάγκη μου αυτή, με έκανε να δημιουργήσω φανταστικά πρόσωπα. Μια ζωή που διαιρείται σε πολλές ζωές. Για την αιωνιότητα.

Ερωτευτήκατε ποτέ καπετάνιε;

Πολλές φορές, σε πολλά λιμάνια, πολλές κοπέλες. Αλλά μια φορά αγάπησα αληθινά. Στην Ισπανία μια νύχτα. Μια τσιγγάνα ανδαλουσιανή πόρνη, γνωστή και ως "Το κορίτσι του Γιβραλτάρ". Με γοήτεψε το μελαψό πρόσωπο και κορμί της, λιχνίζοντας στο ρυθμό της τσιγγάνικης μουσικής. Δεν την ξαναείδα όμως από τότε, γιατί την άλλη μέρα ξέσπασε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος. Φύγαμε και μεις γρήγορα χωρίς να χει τελειώσει το φορτίο. Μια παλιά φωτογραφία καρφίτσωσα στο πανωφόρι μου. Δεν την ξαναείδα.

 Είχατε εμπλακεί πάλι σε εμπόλεμες καταστάσεις με το καράβι;

Στο Ρώσο-Γιαπωνέζικο πόλεμο. Στον Α΄ Παγκόσμιο, επιστρατευτήκαμε ως υποστήριξη των πολεμικών. Κουβαλώντας πυρομαχικά. Στο Ρώσικο Εμφύλιο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Στην Ιταλία στα πρώιμα στάδια του Φασισμού.

Στον ελεύθερο χρόνο με τι ασχολιόσασταν;

Σε θέματα πολιτικής, θρησκείας και εθνικών διαφορών. Στα λιμάνια συναναστρεφόμουνα με άτομα από όλα τα στρώματα, συμπεριλαμβάνοντας τον δολοφόνο Ρασπούτιν, τον Βρετανό κληρονόμο Τρίσταν Μπάνταμ, την Βουντού ιέρεια Χρυσόστομη, και τον Τσέχο ακαδημαϊκό Ιερεμία Στάϊνερ. Επίσης γνώριζα και συνάντησα διάφορες ιστορικές μορφές όπως ο Τζακ Λόντον, ο Έρνεστ Χέμινγουέη, ο Έρμαν Έσσε, ο Αρθούρος Ρεμπώ, ο Εσθονός λευκοφρουρός στρατηγός Ρόμαν Ούνγκερν Φον Στερνμπεργκ και ο Εμβέρ Πασάς. Απολάμβανα το σεβασμό όλων των ανθρώπων.

Έζησα διαδοχικά το βίο του φοιτητή, του τυχοδιώκτη, του ναυτικού, του αισθησιακού μηχανικού. Είμαι εγώ αυτοπροσώπως – με τα πρόσωπά μου.

Υπήρξα όντως ναυτικός. Πέρασα και γω από πελάγη και ωκεανούς.

Και πότε είναι καπετάνιε το επόμενο ταξίδι;

  Παραιτήθηκα στο αιώνιο χάο
Με τη θέλησή μου εγκατέλειψα
Το θρόνο των κόπων και των ονείρων.
Το σπαθί μου, βαρύ για χέρια άτονα
Και την κορόνα και την εξουσία μου τα άφησα
Κομμάτια στον προθάλαμο.
Την πανοπλία μου, την τόσο άχρηστη,
Και τα σπιρούνια μου με τον ασήμαντο κουδουνισμό,
Στην κρύα σκάλα πέταξα.

Ποιες θα έλεγες, καπετάνιε, ότι είναι οι αρετές και οι αδυναμίες σου;

Αρετή μου είναι ότι είμαι αυτός που είμαι και έχω ένα μάτσο αδυναμίες, όπως κάθε άνθρωπος.

Αγαπάς καπετάνιε τα ζώα;

Τα λατρεύω περισσότερο από τους ανθρώπους, γιατί δεν έχουν χάσει ακόμα το ένστικτο τους.

Σ’ αρέσει η ταχύτητα;

Πάντοτε τρέχω, σημαδεύοντας την σύγκλιση στο σημείο μηδέν των παράλληλων της ευθείας γραμμής.
Δυστυχώς τρέχω και νιώθω πάντα τι κερδίζω: Τίποτε. Καλό είναι λοιπόν να εισπράττουμε και το τίποτε.

Ποιος είναι κατά την γνώμη σου ο σκοπός σου;

Αυτός που είναι και για τους άλλους ανθρώπους, αφού γεννηθήκαμε, η επιβίβαση στο Μαύρο Καράβι. Μας περιμένει όλους, κάποια μέρα.

 

Η  ΠΟΛΙΣ  ΕΑΛΩ

Χρίστος Γούδης
28/05/2014

 

Περήφανα ανεμίζουν στον Κεράτιο
Οι επισείοντες του δρόμωνα του βασιλέως
Το πλόϊμο με τον Φλαντανελά
Διέσπασε τον εχθρικό κλοιό
Μικρό διάλειμμα διαφημιστικό
Της ναυτοσύνης των Ελλήνων

* * *

Αλλοίμονο! Ο αγώνας έχει προ πολλού κριθεί
Οι συμπληγάδες ανελέητα χτυπούν τη Βασιλεύουσα
Βίαια προσραγέντα κύματα από Ανατολή και Δύση

* * *

Δικέφαλος ο αητός των Κομνηνών
Με τα φτερά του ανοιχτά ατσάλινα
Μάταια προσπαθεί να τα αναχαιτίσει

* * *

Κλονίζονται τα τείχη της Κωνσταντινούπολης
Απ’ το κανόνι – γίγαντα του Ουρβανού
Προτού η Θεομήτωρ Στρατηγός
Τον Μαγυάρο υβριστή εξαφανίσει

* * *

Αλλοίμονο! Ο αγώνας έχει προ πολλού κριθεί
Απ’ τον συνώνυμό του Ουρβανό τον δεύτερο
Και τους χριστιανομάχους σταυροφόρους
Που εκπορεύτηκαν απ’ την Αγία Δύση

* * *

Εθελοντές φιλέλληνες προστρέχουνε
Την ύστατη στιγμή
Ο Ιουστινιάνης μ’ εφτακόσιους Γενουάτες μαχητές
Πολύ αργά η πλάστιγγα για να γυρίσει

* * *

Η φλόγα του Αγίου Έλμου
Εγκαταλείπει την Αγιά Σοφιά
Σταλαγματιές η κόκκινη βροχή
Πέφτει αργά αργά στην Πόλη

* * *

Οι Τούρκοι ρίχνουνε στα τείχη
Εσταυρωμένους σταυραητούς
Περίσφιχτους με ιοβόλα φίδια

* * *

Ο Κωνσταντίνος ονειρεύεται ξανά
Τον εφιάλτη του Μεγάλου Κωνσταντίνου
Υπνοβατεί ανήσυχος επάνω στις επάλξεις
Βλέπει τυφλό τον Ρωμανό στην Πύλη του
Να επιστρέφει νικημένος απ’ το Μαντζικέρτ
Τον Βαγιαζήτ ξωπίσω του σαν κεραυνό να επελαύνει

* * *

Τα στίφη αλαλάζουν «Γιλντιρίμ»
«Φατίχ Σουλτάν Μεχμέτ Ασιανέ»
«Χαγάνε και Κυρίαρχε των οριζόντων»
«Μωάμεθ Πορθητή Γαζή»
«Γιέ του Σουλτάνου των Γαζήδων»
Ιμάμηδες μουλάδες και δερβίσηδες
Ολονυχτίς εκστασιάζουν τους γενίτσαρους
Με προσευχές τύμπανα και ζουρνάδες

* * *

Ήρθε η ώρα της αλήθειας της πικρής
Μάϊος 29 του χίλια τετρακόσια και πενήντα τρία
Καλύφθηκε η Βασιλεύουσα
Από την πλημμυρίδα της Ανατολής
Από το πυρωμένο μάγμα του Ισλάμ
Και το δρεπανηφόρο γιαταγάνι της ημισελήνου
Η Ρωμανία πάρθηκε
Η Πόλις αμετάκλητα εάλω

* * *

Όμως εμείς
Ελλήνων παίδες εσμέν
Και των βαρβάρων σμήνος
Ου πτοούμεθα
Και την ακτήν φοινίξωμεν
Αίμασιν εναντίων

* * *

Έσσεται ήμαρ
Όταν αετοφόρος πάλιν υψωθεί
Θριαμβικά στο πλόϊμο η φοινικίδα


Η 29η Μαΐου, ημέρα μνήμης του Ελληνισμού σηματοδοτεί μια πτώση και μια έγερση. Γιατί η κάθε ηρωϊκή πτώση αποτελεί μια κρυμμένη μείζονα νίκη τη στιγμή που σοκάρει, αφυπνίζει και διεγείρει υπνώττουσες συνειδήσεις. Είναι η πτώση που προαναγγέλλει την άνοδο, αυτή που μας κάνει να συνειδητοποιούμε ότι υπάρχουμε «εμείς» απέναντι στους «άλλους», και οφείλουμε να σταθούμε όρθιοι «εμείς μόνοι μας» απέναντι στους «άλλους τους πολλούς και τους ξένους» αν θέλουμε να υπάρξουμε αξιοπρεπώς σε έναν κόσμο που απειλείται να χωρισθεί σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, σε δυό στρατόπεδα, των κυρίων και των δούλων. Εμείς δεν θα ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο, γιατί έχουμε το δικό μας στρατόπεδο, το στρατόπεδο των Ελλήνων.

Δεν επιθυμούμε να γίνουμε κύριοι κανενός
και κανείς τους δεν μπορεί να μας κάνει δούλους.

Γιατί είμαστε Έλληνες το γένος ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί, σύμφωνα με τον Πλήθωνα Γεμιστό που την εποχή του Δεσποτάτου του Μυστρά επί Κωνσταντίνου Παλαιολόγου έθετε τα θεμέλια του νεώτερου Ελληνισμού, εκφάνσεις του οποίου είμαστε εμείς σήμερα. Και προσδιοριζόμαστε από το ιστορικό μας παρελθόν, από την μακραίωνα Ελληνική Ιστορία που διακρίνεται, χαρακτηρίζεται και προσδιορίζεται από μιαν ιδιότητα, ξένη και άγνωστη στους πολυπολιτισμικούς αρουραίους, στους προσκυνημένους, τους χατζηαβάτες και τους προδότες που ευτελίζουν με την παρουσία τους, αυτήν ακριβώς την ιστορική μας ιδιότητα, που εκείνοι είναι ανήμποροι να διανοηθούν, την ιδιότητα της ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ σε υπέρτερες υλικά δυνάμεις.

Σήμερα με αφορμή την πτώση της Πόλης οφείλουμε να τιμήσουμε τους ηρωϊκούς πεσόντες της αλώσεως, όλους αυτούς που

         «ώρισαν στη ζωή των να φυλάγουν Θερμοπύλες,
ποτέ από το χρέος μη κινούντες»

Με προεξάρχουσα την μαρτυρική μορφή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου οφείλουμε να αποτίσουμε φόρο τιμής σε όλους εκείνους που, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι, έδωσαν τη ζωή τους για την μελλοντική ανάσταση του Έθνους των Ελλήνων. Όλους εκείνους, που ξενέρωτοι γραφιάδες, μιντιακοί παπαγάλοι, και τσανακογλύφτες της νέας τάξης πραγμάτων, ένθεν και ένθεν του πολιτικού φάσματος, επιδιώκουν, μέσα από μία έξωθεν κατευθυνόμενη προσπάθεια εθνομηδενισμού και αποδόμησης της εθνικής μας συνείδησης, να σβήσουν από τη μνήμη μας και την ψυχή των παιδιών μας. Δυστυχώς, όπως κι η Πόλη τότε

«η Ελλάδα είναι ένα φρούριο πολιορκημένο
και μέσα της αλωνίζει ελεύθερος ο εχθρός»

Όμως σε πείσμα των εχθρών μας, ντόπιων και ξένων, εμείς οι Έλληνες  θυμόμαστε  τους μάρτυρες του Γένους και τους τιμούμε. 

Στην επίκληση του ονόματός τού καθενός  τους,
απαντούμε νοερά, όχι «Απών», αλλά:
«Παρών, έπεσε υπέρ Πίστεως και Πατρίδος»

ΟΙ ΤΙΜΗΜΕΝΟΙ

ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΦΩΤΑΚΟΣ
Νύφι Λακωνίας
27/05/2014

Ἀπ’ τὸν Ὀρφέα τὴν εὐχὴ 
σεμνὰ θένα ζητήσου, 
κείνους ποὺ ἀναστήσασι
τὸ Ἔθνος, νὰ τιμήσου
Μιὰ καὶ τὸ βρῆκα ‘πὸ παπποὺ
ἐπὰ κάτου στὴ Μάνη,
στοὺς τάφους μοιρολόγια
νὰ λεμ’ ἀντὶ στεφάνι. 
Τί εἶναι σοφὴ ἡ συμβουλὴ 
κάποιου σοφοῦ παπποῦ μας, 
ποὺ συνιστᾷ εἰς τοὺς νεκροὺς 
νὰ στρέφουμε τὸ νοῦ μας.

***

Ε! Τιμημένοι τῆς Φυλῆς, 
σὲ Δύση καὶ σ' Ἀνατολή, 
ἄκουσα τέ μου τὴ φωνή, 
ποὺ βγαίνει μεσ’ ἀπ’ τὴν ψυχὴ 
κι ὁλόθερμα σᾶς χαιρετᾶ 
κι εὐλαβικά σᾶς προσκυνᾶ 
καὶ σὰν καντῆλι τοῦ ναοῦ, 
φωτίζει ὅλο μου τὸ νοῦ. 

Ἐγὼ τὸ ὄψιμο τ' ἄρνι 
εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Φυλῆς 
δὲν μπόρου νὰ παραβρεθοῦ, 
γιατί 'ταν θέλημα Θεοῦ, 
ἔτσα ἀργὰ νὰ γεννηθοῦ. 
Μὰ βγνωμοσύνη θὰ χρωστοῦ 
σὲ δάσκαλους καὶ σὲ γονιούς, 
πούχασι τὴν ἐπιμονή, 
νὰ μοῦ γιομίσουν τὴν ψυχή, 
μ’ ἐκτίμησι καὶ σεβασμὸ 
γιὰ τὸ δικό σας 'ρωισμό, 
κι ἔτσα αἰσθάνομαι καὶ γῶ, 
κοῦρος μὲ φοῦντες καὶ λειρὶ 
γιατί 'μαι τέτοιας δα Φυλῆς. 

Ἔχου τὸ μέτωπο ψηλὰ 
κ' αἰσθάνομαι σὰ βασιλιᾶς, 
γιατί τὸ χῶμα ποὺ πατοῦ 
τ’ ὁρίζου καὶ τὸ διαφεντοῦ, 
ὅπως μ' ἀρέσει καὶ βολᾶ 
καὶ ἔχου ἀπ’ ὅλα τὰ καλά. 

Τὸν Τοῦρκο δὲν τὸν προσκυνοῦ
κι ἀπὸ ψηλὰ τὸν ἐκυττοῦ. 
Δὲν σκύβου πόδια νὰ φιλοῦ 
κι ἅμα μὲ λάχει τὸν βαροῦ. 
Ἡ ἀγριάδα ποὔχε μιὰ βολά, 
ἔφυγε πίσου δὲν γυρνᾶ 
καὶ τὴν ἐδιώξατε ἐσεῖς 
μὲ καριοφίλι καὶ σπαθί. 

Ἐγὼ ‘μαι λεύτερο πουλὶ 
καὶ ἀπ’ ἀνώτερη Φυλή. 
Ἔχου γιὰ ἀφέντη τὸν Θεό, 
γιὰ στέγη μου τὸν οὐρανό, 
γιὰ κλίνη μου καὶ γιὰ σκαμνὶ 
ἔχου ἐτούτη πᾶ τὴ γῆ. 
Ἔχου γιὰ φάρο καὶ ὁδηγὸ 
τὸ φρόνημα σας τὸ ψηλὸ 
ποὔφτασε μέχρι τὸ Θεὸ 
καὶ τὸν κατέβασε στὴ γῆ 
νὰ σᾶς τονώσει τὴν ψυχή, 
νὰ λευτερῶστε τὴ Φυλὴ 
ἀπὸ τοῦ Τούρκου τὰ δεσμά, 
ποὺ αἰῶνες τὴν ἐτυραννᾶ. 

Πολλὲς φορὲς σᾶς φχαριστοῦ, 
γιατί ἐτώραδα μποροῦ 
νὰ διαβάζου Ἑλληνικά, 
τὰ νέα καὶ τὰ παλαιά, 
νὰ γράφου νὰ φωτολοοῦ 
καὶ λεύτερα νὰ ἐπαινοῦ 
κάθε ἀγῶνα Ἑλληνικὸν 
καὶ κάθε Πρόγονο σωστὸν 

Ἐ! Τιμημένοι τῆς Γενιᾶς 
ἡ γῆ σᾶς ἐφιλοξενᾶ 
καὶ σεῖς ἀπ' ὅλους τοὺς θνητοὺς 
ἀνάκατα εἶστε μὲ Θεούς. 
Εἴσαστε ὅλοι ζωντανοί, 
γιατί ὁ Χάρος δὲν μπορεῖ 
τέτοιες ψυχὲς νὰ κουβαλᾷ 
στὸν Ἅδη καὶ στὴ λησμονιά. 

Θὰ μπήξου ὅμως τὴ φωνὴ 
γιὰ νὰ ἀκούση ἡ Φυλὴ 
κεῖνο πού μοῦ εἴπατε στ' αὐτὶ 
καὶ τόχου βάλει στὴ ψυχή, 
γιατί 'ναι κρῖμα καὶ κακὸ 
νὰ τὸ φυλάξου μυστικό. 

Ἕλληνες πλούσιοι καὶ φτωχοί, 
γραμματισμένοι καὶ σοφοί, 
ἄνδρες γυναῖκες καὶ παιδιά, 
δὲν κάνουμε τὰ ψυχικὰ
ὅπως ταιριάζει καὶ βολᾶ. 
Τὸ λάδι εἶναι λιγοστὸ 
καὶ τὸ φυτίλι 'ναι μισὸ 
καὶ ἀλάργα εἶναι καὶ μακρυὰ 
τὸ καντηλάκι ποὺ φωτᾶ 
τὰ πρόσωπα τὰ ἱερά, 
ποὺ ἐστραγγίσαν στὴ ζωὴ 
τὸ αἷμα τους γιὰ τὴ Φυλή. 

Βοριᾶς καὶ κρύο τοὺς φτυχᾶ, 
ἔτσα ὅπως εἶναι στ’ ἀνοιχτά, 
σὰν νἄναι τίποτα ριχτοὶ 
κι ὄχι ἀπὸ ἔνδοξη Φυλή. 
Καὶ τὰ πουλία ποὺ πετοῦν 
ἀπὸ ψηλὰ τοὺς κοτσιλοῦν. 
Δὲν ἔχουν σκιάδι καὶ σκεπή, 
δὲν ἔχουν σπίτι καὶ μαντρί, 
νὰ ἀγκωνιάσουν, νὰ σταθοῦν, 
νὰ κάτσουν νὰ ξεκουραστοῦν, 
νὰ τοὺς ζεστάνη ἡ φωτιά, 
νὰ κουβεντιάσουν τὰ παλιά, 
νὰ μαζευτοῦσι νὰ τὰ ποῦν 
νὰ πάου καὶ γῶ νὰ τοὺς ἐϊδοῦ. 

Κατεργαρέοι τῆς Γενιᾶς, 
γελᾶμε τοὺς Ἀγωνιστάς. 
Ὄντας ποὺ ἦταν ζωντανοὶ 
ἐπολεμάσι νηστικοὶ 
γιὰ νὰ λευτερωθῆ ἡ Πατρὶς 
καὶ λεύτεροι νὰ ζοῦμε μεῖς. 
Τώρα ἐμεῖς τὰ ψυχικὰ 
ποὺ κάνουμε εἶναι μισὰ 
καὶ λίγο τὸ λιβανωτὸ 
ποὺ βάζουμε στὸ θυμιατό. 
Στὸ χρόνο μόνο μιὰ βολὰ 
ἀνώνυμα καὶ ὁμαδικὰ 
κι ἔξω, μακρυὰ 'π’ τὴν ἐκκλησιά, 
μπᾶς καὶ μολύνουσι αὐτοὶ 
αὐτοὺς ποὺ εἶναι μέσα κεῖ. 

Ἐ! Τιμημένοι Ἀγωνιστὲς 
μορφὲς Ἑλλήνων σεβαστές. 
Μὴ τὸ παράπονό σας βγῆ 
μὲ κατάρα ἀπ’ τὴ ψυχή, 
τί ἄθελα καὶ μὲ τὸ στανιὸ 
πήραμε δρόμονε στραβὸ 
καὶ τὸ σκοτάδι 'ναι πηχτὸ 
καὶ τὸ φανάρι τῆς Φυλῆς 
ἔχει ἀπὸ καιρὸ σβηστεῖ. 
Τὄσβησαν ξένοι καὶ δικοί,
γιατί νομίσασι οἱ λεροὶ 
πὼς θὰ φωτίσουν τὴν Φυλὴ 
μὲ ξένη λάμπα καὶ κερί. 

Ἐ! Τιμημένοι Ἀγωνιστές, 
Ποὺ δὲν δειλιάσατε ποτές. 
Γιὰ συναχθῆτε ὅλοι μαζὶ 
’φτοῦ στῶν Μακάρων τὸ νησί. 
Καλέστε ὅλους τῆς Φυλῆς, 
ὅσους κι ἂν βρίσκουνται ἐκεῖ. 
Καλέστε πρώτους καὶ καλούς, 
τοὺς τρεῖς Κριτὰς τοὺς παλαιοὺς 
καὶ κρίνατε μας σοβαρὰ 
καὶ πέστε ἂν κάνουμε καλὰ 
ὅλοι ἐμεῖς οἱ ζωντανοὶ 
ποὺ διαιωνοῦμε τὴ Φυλή. 

Κι ἂν κάπου δὲν πᾶμε στρωτά, 
νὰ μᾶς τὸ πεῖτε δυνατὰ 
γιὰ νὰ τ’ ἀκούσουμε καλά. 
Κάθε σας ψέξιμο σωστό. 
Κάθε παράπονο δεχτό, 
κάθε σας γνώμη διαταγὴ 
θὰ γίνη σ' ὅλη τὴ Φυλή, 
τί ἡ πεῖρα σας εἶναι πλατιὰ 
κι ἔχει τὶς ρίζες της βαθιά. 

Ἐ! Τιμημένοι τῆς Φυλῆς, 
δῶστε μας σ’ ὅλους τὴν εὐχή, 
νἄχουμε σῶα τὰ μυαλά, 
νἄχουμε σώματα γερά, 
νὰ πολυταίνη ἡ Φυλή, 
γιὰ νἄναι ὁ λόγος της βαρὺς 
καὶ μές σὲ τούτη πᾶ τὴ γῆ 
νἄμαστ’ ἀφέντες μὲ κλειδὶ 

ΟΙ «ΝΑΖΙΣΤΕΣ»

Χρίστος Γούδης
15 / 05 / 2014

Όταν σας λένε ότι είστε «κόμματα της πιάτσας»,
και τακιμιάζετε με τους «λιράτους» και αιμοσταγείς
κυνόδοντες και τραπεζίτες,
εσείς τους λέτε: «είστε ναζιστές»!

Όταν σας λένε πως τα πιάσατε από τη Ζήμενς,
κι από τις μίζες απ’ τα υποβρύχια που γέρνουν,
κι από τις εταιρείες των φαρμάκων και των όπλων,
εσείς τους λέτε: «είστε ναζιστές»!

Όταν σας λένε πως αφήνετε να μπαίνουνε λεφούσια οι λαθραίοι,
να μετατρέψουν την Ελλάδα σε Μπουργκίνα Φάσο,
και σε Βαγδάτη, σε Κονγκό και σε Λαχώρη,
εσείς μονότονα τους λέτε: «είστε ναζιστές»!

Όταν σας λεν πως μες στην κρίση που μας οδηγείτε,
σκοτώσατε  6.000 αξιοπρεπείς πολίτες,
γιατί δεν άντεξαν τον εξευτελισμό τους,
και αφαιρέσαν μόνοι τη ζωή τους,
εσείς με δάκτυλο προτεταμένο,
τους λέτε απειλητικά:
«είσαστε ναζιστές»!

Όταν σας λένε πως ληστεύουνε,
βιάζουνε, σκοτώνουν,
κι εγκληματούνε ασυστόλως οι λαθραίοι,
- μόνον οι δολοφονημένοι συμπολίτες,
πέρασαν πια κατά πολύ τους χίλιους -
εσείς ανέμελοι για τις δολοφονίες,
τους λέτε ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους:
«είσαστε ναζιστές»!

Όταν σας λένε με οργή και θλίψη:
«το σπίτι μας δεν είναι πια δικό μας σπίτι,
κι εμείς χάσαμε πια τον εαυτό μας»,
εσείς ξανά τους λέτε:
«είσαστε ναζιστές»!

Όταν σας λένε πως η «κοσμοκράτειρα» η Γερμανία,
χρωστά σε μας πέντε φορές το χρέος της Ελλάδας,
κι εσείς το παίζετε μουγκοί στη στρούγκα της Ευρώπης,
εσείς, ανθυπομειδιώντας σαρδονίως,
τους λέτε: «είστε ναζιστές»!

Όταν σας λένε
πως είναι χρέος κι υποχρέωσή σας
να εξαλείψετε μέχρι θανάτου,
τους πειρατές ψυχών
και τους λαθρέμπορους ανθρώπων,
εσείς τους λέτε και τους ξαναλέτε:
«είσαστε ναζιστές»!

Όταν σας λένε να εξολοθρεύσετε
όλους τους ειδεχθείς εγκληματίες,
όλα τα σκύβαλα, τα αποβράσματα και κατακάθια
της κάθε εταιρείας δολοφόνων,
πάλι τους λέτε: «είστε ναζιστές»!

Όταν σας λεν πως δέχονται αθρόες επιθέσεις
από απάτριδες ανθέλληνες, σπιούνους πράκτορες
 και πληρωμένους μητραλοίες της πατρίδας,
πως κάποιοι μεθοδεύουνε τις αντισυγκεντρώσεις
για να βαφεί με αίμα η αρένα
εσείς, αντί της νόμιμης παρέμβασής σας,
κάνετε τα στραβά σας μάτια
κι επιτιμητικά τους λέτε: «είστε ναζιστές»!

Όταν σας λένε να μην κάνετε τον υποτακτικό,
σ’ οθωμανούς, τουρκαλβανούς και σ(κ)λαβογεννημένους,
που επιβουλεύονται καραδοκούν και σχεδιάζουν
την διαρπαγή των εδαφών μας,
εσείς και πάλι τον χαβά σας,
τους λέτε: «είστε ναζιστές»!

Όταν σας λένε ότι πολεμήσαμε
 – και πολεμούμε και θα πολεμούμε –
υπέρ της Πίστεως και της Πατρίδας,
για να αποτινάξουμε οριστικά
τον μακροχρόνιο ζυγό των μουσουλμάνων,
και να γκρεμίσουμε δια παντός
τεκέδες, μιναρέδες και σαράγια,

κι ότι δεν θέλουμε τζαμί ισλαμιστών
που λάθρα και παράνομα διολισθήσαν
στην πατρογονική κι ορθόδοξη Αθήνα,
εσείς τους επαναλαμβάνετε με στόμφο:
«είσαστε ναζιστές»!

Όταν σας λένε πως τους φυλακίζετε αδίκως,
για να τρομοκρατήσετε τους Έλληνες εκείνους
που εμψυχώνονται και συγκινούνται
απ’ τον παλμό και την φωνή του έθνους,
εσείς, παίζοντας το παλιό βιολί σας,
τους ξαναλέτε: «είστε ναζιστές»!

Όταν σας λένε πως μας πήρατε τα σπίτια
κι όλο το βιός και τις δουλειές και τους μισθούς μας,
ενώ εσείς με τρόπο ανάλγητο, στυγνό
δεσποτικό και νεκροφόρο,
τρέφεστε απ’ τις σάρκες του λαού μας,
όλοι εσείς, οι ύαινες,
μαζί με τις αυλές των υμετέρων,
σαν να ’σασταν σουλτάνοι
και πασάδες και αφέντες δούλων,
ξανά τους λέτε:
«είσαστε ναζιστές»!

Όταν σας λεν ότι πεθαίνουνε οι άνθρωποι
σαν το σκυλί στ’ αμπέλι,
από την έλλειψη φαρμάκων και φροντίδας και γιατρών,
ότι σκοτώνετε τα άλογα όταν γερνάνε,
για να πετύχετε πλεόνασμα θανάτου,
κι ότι τα μόνα που ευημερούν
 ειν’ τα γραφεία κηδειών και τα νεκροταφεία,
εσείς τους αποπέμπετε, βοώντας:
«είστε φασίστες, είστε ναζιστές»!

Όταν διαμαρτύρονται πως τα σκυλόψαρα της αγοράς,
της αισχροκέρδειας και της απάτης
διαπλεκόμενα με τους μεγάλους καρχαρίες,
τις άσπρες φάλαινες με τις «Megales» αργυρώνητες παραφυάδες,
τις τηλεοπτικές και τις σκωληκοειδείς τους αποφύσεις,
στο ζωολογικό κλωβό τους
τον γεμάτο με μαϊμούδες-δημο(σ)κόπους, 
και ξιπασμένα μίσθαρνα παπαγαλάκια,
παραποιούν, στρεβλώνουν και αποστερούν τον λόγο,
την λογική, την κριτική και την εχεφροσύνη,
σε μια πλαστή, εικονική, διάτρητη δημοκρατία,
εσείς τους λέτε: «είστε ναζιστές»!

Όταν σας λένε πως οι νέοι,
όσοι δεν μεταναστεύουν,
εντάσσονται σ’ ένα στρατό ανέργων,
πως το ηφαίστειο βγάζει προειδοποιητικούς καπνούς και λάβα,
γιατί ο άνεργος δεν είναι ανενεργός,
κι ότι το πλοίο σας στραβά αρμενίζει,
πορεία πλεύσεως στους πάγους,
ένας απέραντος Τιτανικός,
εσείς πάνω στη γέφυρα του καραβιού που γέρνει,
διευθύνετε καμαρωτοί την χορωδία,
άδοντες και κραυγάζοντες:
«είστε φασίστες, είστε ναζιστές»!

Όταν σας λένε: «ο καιρός εγγύς»,
και αφουγκράζεστε με πανικό
την λαϊκή οργή του έθνους,
να κροταλεί στ’ αυτιά σας
και γοργά να πλησιάζει,
εσείς μες στην τρομάρα σας τους λέτε:
«είσαστε ναζιστές»!

Όταν ακόμα διαλαλούν και λένε
ποια ήταν, είναι και θα είναι,
η μοίρα κι η κατάληξη
των διεθνών απατεώνων
«σοφών και περιπλανωμένων» τοκογλύφων,
οι άρπαγες του μόχθου των ανθρώπων,
τα παρασιτικά ζωΰφια και οι αιμοδιψείς ρουφήχτρες,
τους απαντούν με τα γαμψά τους ράμφη:
«είσαστε ναζιστές»!

Όμως εσάς,
«έμποροι των εθνών»
και των λαών και των ανθρώπων,
είχε στο νου του ο μεγάλος λογοτέχνης,
όταν καθόταν κι έγραφε το μυθιστόρημά του,
γιατί αυτοί μπορεί να είναι «ναζιστές» γι’ αυτά που λένε,
όμως εσείς, οι κοσμοκράτορες του σκότους,
του κόσμου τούτου που στενάζει,
είστε «οι Άθλιοι» του Βίκτωρος Ουγκώ.

Κι ο κάθε Ιαβέρης θα πνιγεί στην  ώρα του στον Σηκουάνα,
ή στον Αχέροντα αν προτιμάει,
ή στο «ποτάμι και τον οχετό»
που πλημμυρίζει με τα βοθρολύματά του,
τους υπονόμους που υπονομεύουν ακατάπαυστα αλλά ματαίως,
το φως της πόλεως των Παρισίων,
το φως της πόλεως που απαυγάζει αιωνίως,
το φως της πόλεως των Αθηνών. 

 

Οπως οι Ελληνες μιλούν...

Δρακούλης Οικονομάκος
04/05/2014

Άσε πλέον φωνή μου τον ανέμελο στίχο
στρώσε στέρεο το βήμα στράταν ίσια περπάτα
μεγαλόφωνος ύμνος στο φαρί του ας σε πάρει
που ζητά δεξιοσύνη και καλό χαλινάρι

Κι ας μην πουν πως τραγούδι σαν κι αυτό δεν ταιριάζει
τέτοια σκότεινη ώρα που τα στήθια σου πνίγει
λέω εκείνο που μένει και που μόνο θ’ αλλάζει...
στο καλύτερο πάντα σαν η αγκούσα θα φύγει

Δεν είμαστε εμείς σπορά της τύχης, δεν μας ξέβρασε μια νύχτα η θάλασσα εδώ, είμαστε εμείς αυτό, το μακρύ των Ελλήνων καραβάνι, που ταξιδεύει στο χρόνο αιώνες τώρα.

Όχι εσάς δε σας θέλει τούτη η γη δε σας ξέρει
όλα εδώ είναι δικά μας, τι απ’ το κάθε λιθάρι
απ’ το χώμα, απ’ το δέντρο, το νερό και τ’ αγέρι
το κορμί μας μια στάλα για να γίνει έχει πάρει
η ψυχή μας επήρε μια πνοή απ’ το καθένα
όλα εδώ είναι δικά μας, μα για σας όλα ξένα

Είμαστε τέκνα της ανάγκης, του μόχθου, της δημιουργίας, της ημέρας του ήλιου, της πέτρας, του αλμυρού νερού. Σκαλίσαμε μάρμαρα, ζωγραφίσαμε εικόνες, πλάσαμε τον πηλό, καβαλλικέψαμε το κύμα, α,β,γ,δ..... τραγωδία, κωμωδία

Γιατί εσείς είστε ξένοι κι όσα βάγια αν κρατάτε
τούτη η γη δεν πουλιέται δεν της γίνεστε φίλοι
η πατρίδα είναι μάνα έχει μνήμη θυμάται
απ’ τον άγιο της κόρφο ποιά βυζάξανε χείλη

Φτιάξαμε θεούς, τους αμφισβητήσαμε, φτιάξαμε άλλους, για να τους ανταλλάξουμε κι αυτούς, με τον Ένα. Δημοκρατία, Βασιλεία, Ολιγαρχία, Τυραννία όλα μαζί, όλα ταυτόχρονα σε έναν κόσμο ανθρώπινο Ελληνικό, που έλαμπε σαν φάρος στα σκοτάδια. Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Αριστοτέλης, Ισοκράτης, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Πλήθων Γεμιστός, Διονύσιος Σολωμός, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Ομόαιμο, ομόθρησκο, ομόγλωσσο.

Λογαριάσατε λάθος με το νου σας εμπόροι
δε μετριέται πατρίδα λευτεριά με τον πήχη
κι αν μικρός είναι ο τόπος και το θέλει και μπορεί
τον ασήκωτο βράχο, να τον φάει με το νύχι
Τούτη η δίψα δε σβήνει, τούτη η μάχη δε παύει
χίλια χρόνια αν περάσουν δεν πεθαίνουμε σκλάβοι

Ωριμα πια, τέκνα της οργής, περήφανοι και ωραίοι σαν Ελληνες. Βροντοφωνάζουμε. Είμαστε Εθνος, δεν είμαστε αγέλη.


 

Η  ΚΙΒΩΤΟΣ

Χρίστος Γούδης
29/04/2014

Την κιβωτό της μοίρας μας
Δεν τηνε φτιάξαμε από ξύλο
Και δεν την ρίξαμε στη θάλασσα

Δεν τη γεμίσαμε μ’ όλα τα ζωντανά της φύσης
Και δεν στείλαμε περιστέρι
Για να χαθεί στην καταιγίδα
Ή νάρθει πίσω οδοδείκτης της γαλήνης.

Την κιβωτό της μοίρας μας
Την φτιάξαμε από μάρμαρο πεντελικό
Και πνεύμα αρμονίας και κολώνες

Και τηνε στήσαμε στο βράχο
Να αγναντεύει τον γαλάζιο ορίζοντα
Μεσ’ από τα γαλάζια μάτια της η κουκουβάγια

Και να φωλιάζει στα ερείπια αυτής της γης
Και να θρηνεί το μεγαλείο και τη μοναξιά
Της δόξας που ήταν κάποτε η Ελλάδα

Και να προσμένει την μεγάλη επιστροφή
Μέσ’ απ΄ τα βάθη της δικής μας
πολυτάραχης Ανατολής
Για να σηκώσει πάλι υψηλά
Τον φωτοδότη Ήλιο των Ελλήνων

 

ΠΑΙΔΟΣ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ

Χρίστος  Γούδης
27/04/2014

Επισφαλής ο ποταμός «ού διαβατός»
Οι στρατηγοί ψιθύριζαν διστακτικοί
Εσύ έκανες σήμα για επίθεση
«Διαβατέος» είπες… περασμένος

Και στην Αθήνα έστειλες απ΄την Ανατολή
Επαίνους για τους Έλληνες που πάλεψαν μαζί
«Πλην Λακεδαιμονίων» φυσικά
Μ΄αυτούς ήσουν ακόμη οργισμένος

Μπροστά στο Γόρδιο Δεσμό
Οι άρχοντες της πόλης είπαν «άλυτος»
Στιλπνό υψώθηκε το κοφτερό σπαθί σου
Είπες απότομα «λυμένος»

Έφιππος την πορεία σου εχάραξες
Στα βάθη της Ασίας
Υψιβρεμέτης, τερπικέραυνος
Ηλεκτρισμένος

«Χαίρε Παι-Δίος»
Παιδιόθεν φάνηκες
Παίς κοίρανος πεσσεύων
Αντρειωμένος

Ρηξήνωρ κορυθαίολος στο διάβα σου
Στρατούς δρεπανηφόρους
Στην Ισσό και στα Γαυγάμηλα
Εσάρωσες με τόλμη οπλισμένος

Σούσα Βαβέλ
Περσέπολη κι΄ Εκβάτανα
Κυκλώνας έπληξε
Ανεμοστρόβιλος δαιμονισμένος

Ο Ώξος ο Υδάσπης οι ελέφαντες
Εμπόδια μάταια
Ο Ινδός υποχωρεί μπροστά σου
Νικημένος

Στην έρημο της Γεδρωσίας
Βαρύς ο κάματος
Εσύ χωρίς νερό καλπάζεις
Διψασμένος

Για Μάχη
Για Τιμή
Ζωή και Θάνατο
Αθάνατος Εσύ
Στεφανωμένος

Αδάμαστος
Αστραφτερός
Ανεμογέννητος

Αλέξανδρος
Ο Μέγας
Δοξασμένος