ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΕΝ ΚΙΝΔΥΝΩ

ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΠΙΚΡΑΝΟΥΝ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

Χρίστος Γούδης
18/03/2015

***

Το κείμενο αυτό εγράφη στις αρχές του νέου έτους, αμέσως μετά την προκήρυξη των εθνικών εκλογών της 25ης Ιανουαρίου 2015, αλλά επελέγη από τον συγγραφέα να δημοσιοποιηθεί μετά την διενέργειά τους (στο περιοδικό Patria, στο τεύχος 43 του Μαρτίου-Απριλίου 2015 που μόλις κυκλοφόρησε), για να μην θεωρηθεί ότι εξυπηρετούσε την οποιαδήποτε κομματική σκοπιμότητα.

***

Κάτι είναι σάπιο στο βασίλειο της Δανιμαρκίας
«Άμλετ», Σαίξπηρ

Ο ελληνικός εθνικισμός αγωνίζεται σήμερα να αναδυθεί εκ νέου, μέσα από μιαν ηρακλείτεια «αγχιβασία» (την ελισσόμενη δηλαδή διαδρομή εν είδει σλάλομ, ένθεν κακείθεν της ευθείας πορείας προς τον τελικό προορισμό του), την οποία χαράσσει εκ των ενόντων και κατά περίπτωση κάτω από την συμπίεσή του μέσα στις περιστρεφόμενες μυλόπετρες ενός αειθαλούς ιδεολογικού ρομαντισμού και μιας σκοτεινής τρέχουσας πραγματικότητας. Προς τα πού πορεύεται και πώς πορεύεται, σε σχέση με το προς τα πού και πώς θα έπρεπε να πορεύεται, είναι το θέμα της παρούσας ανάλυσης. Για να φθάσουμε όμως σε ρεαλιστικά συμπεράσματα για το σήμερα, οφείλουμε να δούμε τι συνέβη σε αυτήν την δύσμοιρη χώρα χθες, κατά την λεγόμενη μεταπολιτευτική περίοδο χωρίς να αποφύγουμε να αναφερθούμε στο δυσμενές περιβάλλον που την γέννησε.

Διότι, όντως, στην πρόσφατη ιστορία του ο εθνικισμός ως πολιτική έκφανση υπέστη καθίζηση, λόγω της αδυναμίας της απριλιανής στρατιωτικής διακυβέρνησης να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων κατά την τουρκική εισβολή του 1974 στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να χρεωθεί (δικαίως ή αδίκως) όλες τις ευθύνες για την κυπριακή τραγωδία του ελληνισμού και να εκπέσει στα μάτια των Ελλήνων πατριωτών, οι οποίοι είδαν την φερεγγυότητα που διακήρυσσε διά πύρινων λόγων καθ’ όλη την επταετή μονομερή ανάληψη της εξουσίας αναφορικά με την προάσπιση του έθνους, να καταρρέει ως χάρτινος πύργος.

Το σοκ των Ελλήνων εθνικιστών από την στρατιωτική αδυναμία που επέδειξε μια «εθνική κυβέρνηση» όπως αρέσκονταν να αυτοαποκαλείται με περισσό κομπασμό, άνοιξε τον δρόμο για την επανάκαμψη του παλαιού πελατειακού κοινοβουλευτικού συστήματος, το οποίο συνέχισε να διοικεί την χώρα με τον ίδιο τρόπο που το έκανε και προ της στρατιωτικής παρέμβασης η οποία το ανέτρεψε προσωρινά, χωρίς όμως να επιτύχει την επαγγελλόμενη κάθαρση από τις αδυναμίες, τις υστεροβουλίες και την ιδιοτέλειά του. Φυσικά το θέμα της ιδιοτέλειας και του βολέματος δεν εξαντλείται σε επίπεδο εκπροσώπων του λαού αλλά και στον λαό αυτόν καθεαυτό ο οποίος γαλουχημένος επί μακρό χρονικό διάστημα στην ρουσφετολογία, απαιτούσε την «δικαίωσή» του μέσα από τα λαγούμια της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, εις το όνομα μάλιστα της δημοκρατίας η οποία τάχα του είχε λείψει, ξεχνώντας την σχεδόν καθολική στήριξη που παρείχε μέχρι τότε στο στρατιωτικό καθεστώς, με προεξάρχουσα την πνευματική και καλλιτεχνική του ηγεσία. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, την πρώτη συνετή ισορροπιστική μεταπολιτευτική διακυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν φυσικό να διαδεχθεί η «πα-σοκαριστική»  λαίλαπα του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την τριτοκοσμική ροπή του λαού μας και αντί να προσπαθήσει να την ελέγξει, χειραγώγησε τις μαξιμαλιστικές κοινωνικές απαιτήσεις της αεριτζίδικης αριστεράς, διασπαθίζοντας δανεικό χρήμα και ευρωπαϊκά κονδύλια («(κ)λεφτά υπάρχουν») προς τέρψιν τών, δίκην πράσινων ακρίδων, επιπεσόντων οπαδών του («μαζί τα φάγαμε») τους οποίους αποστέρησε έτσι προσωρινά – όσο διαρκούσε το πάρτι της πλασματικής ευωχίας – από το κομμουνιστικό κόμμα και τα κομμουνίζοντα κομματίδια του περίγυρού του, εις δόξαν των «προοδευτικών δυνάμεων» που ως άλλοι οπερετικοί «ιπτάμενοι Ολλανδοί» επιτάχυναν το «μεθυσμένο καράβι» στην πορεία του προς τα βράχια της απωλείας.

Από την άλλη μεριά του λόφου, η πολιτικά αποστεωμένη και φοβική έναντι της αριστεράς αστική δεξιά διέβρωσε την όποια εθνικιστική φυσιογνωμία της «Νέας Δημοκρατίας», περιθωριοποιώντας σταδιακά τους εθνικιστές πολιτικούς, ακόμη κι όταν οι τελευταίοι κατόρθωναν να ηγούνται της παρατάξεως. Έτσι, ηγετικές φυσιογνωμίες με εθνικιστικές καταβολές, όσες φορές ήρθαν κάποια στιγμή στην εξουσία, βρέθηκαν εγκλωβισμένες ασφυκτικά από έναν εσμό αυλοκολάκων και υπηρετών «εαυτών και αλλήλων», διαπλεκόμενων με παμφάγους οικονομικούς ολιγάρχες ελέγχοντες τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα αποπροσανατολισμού των μαζών, οι οποίοι κινούσαν τα νήματα πίσω από τον καραγκιοζμπερντέ της ελληνικής πολιτικής σκηνής κατά τρόπο «εργολαβικό», επικαλούμενοι έναν φιλελεύθερο τρόπο «αρπαχτής» του κρατικού κορβανά. Σε κάθε περίπτωση, προσωπικές ιδιοτέλειες, ματαιοδοξίες, μωροφιλοδοξίες, και ευτελή οικονομικά κίνητρα, ροκάνιζαν συνεχώς τη θέση των ηγετών της αστικής συντηρητικής παράταξης, αναγκάζοντάς τους να περιστέλλουν την όποια εθνική πολιτική τους και τις όποιες οραματικές επιδιώξεις τους.

Στην πράξη πάντως η μεταπολιτευτική φυσιογνωμία της Ελλάδας διαμορφώθηκε από την μακρόχρονη παντοκρατορία του πα-σόκ, το οποίο ενέσπειρε την συνδικαλιστική γάγγραινα στους εργαζόμενους, διέλυσε την βιομηχανική, αγροτική και κρατική υποδομή της χώρας, μοιράζοντας άκριτα επιδοτήσεις, μισθούς, συντάξεις και επιδόματα σε όλους τους «τυφλούς» ανοιχτομάτηδες κηφήνες οπαδούς του, εκμαύλισε την όλη εκπαιδευτική διαδικασία σε όλες τις βαθμίδες της πυροδοτώντας το θράσος της νεότητας κάτω από τον μανδύα των «κεκτημένων δημοκρατικών δικαιωμάτων» της και υποδαυλίζοντας τις ετσιθελικές καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων, γαλούχησε έναν ευνουχισμένο στρατό γραφείου διοικούμενο από άκαπνα γαλονάτα κομματικά ανδρείκελα τα οποία πισωπάτησαν μπροστά στον εχθρό σε ώρα κρίσεως (όρα Ίμια) καθώς παράλληλα οι υπουργοί του ενθυλάκωναν τις μίζες των δυσβάστακτων οικονομικά εξοπλιστικών προγραμμάτων (και όχι μόνον), και έστρεψε τις επιδιώξεις της χώρας στον ξενόφερτο τουρισμό, και την ψυχαγωγία της στα μηντιακά «ξέκωλα», μεταμορφώνοντας την ψυχολογία της κοινωνίας της σε ψυχολογία αρπακτικών δουλικών, καφενόβιων ζιγκολό, και ξενέρωτων ηδονοβλεψιών επιδιδόμενων στην ενδοστρέφεια των εν κενώ ταλαντούμενων μορίων τους (κατά το «άμα πιάσει η…αντλία, τύφλα να ’χει η συνουσία», σε ευγενική παραφθορά της ωμότερης λαϊκής θυμοσοφίας).

Από την δική μου οπτική γωνία θέασης, την εικόνα για την Ελλάδα που εγώ προσελάμβανα ήδη κατά την επιστροφή μου στην πατρίδα ως Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας, στις αρχές Οκτωβρίου του 1981 (λίγες μόλις ημέρες πριν την έλευση «στα πράγματα» του τυφώνα «πα-σόκ») και την βίωνα έκτοτε συνεχώς κατά  την καταστροφική πράσινη δεκαετία του 1980, αποτύπωσα πριν από εικοσιπέντε περίπου χρόνια (το 1991 για την ακρίβεια) σε ένα ποίημά μου (που ανθολογήθηκε ως ένα από τα 100 καλύτερα ποιήματα, το 1992 αν θυμάμαι καλά, από το περιοδικό «Δαυλός»), με τον ξενόγλωσσο, αλλά χαρακτηριστικό τίτλο  «DÉCADENCE» (Παρακμή-Κατάπτωση), το οποίο σας παραθέτω, καθότι, αν και φοβικό για πολλούς όταν πρωτοδημοσιεύθηκε, κατέστη δυστυχώς σήμερα πολύ περισσότερο από επίκαιρο:

Θα φτιάξω ένα ποίημα τεχνητό

Για να υμνήσω την Ελλάδα
Μία δομή επίπεδη, ηρωϊκή
Με λέξεις αερόηχες του έπους του ΄40

Θα τις κολλήσω έτσι σαν κολάζ
Σ’ ένα χαρτόνι ξέθωρο γαλάζιο
Ενώνοντάς τες κατά την περίπτωση
Με uhu και ολίγον ενθουσιασμόν

Θα είναι ποίημα έρωτα
Μωσαϊκό αγάπης ή και μίσους
Μίσους για τους μισούς τους Έλληνες
Όλους εμάς που όντες στην Ελλάδα
Άφησαν σκώληκες και ποντικούς
Και γενικώς τα ερπυστριοφόρα
Να οστρακίσουν την ποιητική
Έξω απ’ τα σύνορά της

Για να ξεμείνουνε εδώ
Τα τέλφια του καφέ
Αναίσχυντα ιζήματα
Ποικίλης φύσεως αφεψημάτων
Enfant gâtés και débutantes
Πεδίο δράσης μάντεων
Και γητευτών πολιτικών κομμάτων

Ελλάς, άχθος αρούρης
Αμπέλι ξέφραγο και βοσκοτόπι
Ποιμένων τρωκτικών
Ασπόνδυλων και μαλακίων
Που λιάζονται νωχελικά στον ήλιο σου
Συνάμα ψάχνοντας για θέση στο κατάστρωμα
Του πλοίου που αυτοί ονόμασαν:
«Ελλάς, το Μέγα Απορριμματοφόρον»

Και όλα αυτά, τα πτωτικά και εκφυλιστικά, συνέβησαν διότι το πασοκικό συν-ονθύλευμα (κατά το «όνθος – κόπρος – του Αυγείου») επεδίωξε να υπερκεράσει «πάση θυσία» (at all costs, κατά την αγγλοσαξονική ρήση των αμερικανοσπουδαγμένων εξουσιαστικών παρασίτων του) τα ολοένα αυξανόμενα πληθωριστικά κοινωνικά αιτήματα της άκριτης και άκρατης αριστεράς, η οποία, μετά το ξέσπασμα της πρόσφατης κρίσεως, που επέπρωτο νομοτελειακά να εκραγεί ως επακόλουθο της προηγηθείσας κοινωνικής παρακμής, ποιείται την νήσσαν ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε κυβέρνησε αυτή, αυτόν τον τόπο! Φαντάσου και να τον κυβερνούσε…

Όμως, η υποκριτική αριστερά στην Ελλάδα δεν διακατέχεται μόνο από το έωλο σύνδρομο τού «κάλλιο πλούσιος και ευτυχής παρά πτωχός και δυστυχής», μη αντιλαμβανόμενη ότι η πολιτική πράξη δεν είναι «ευχετήρια μπιλιετάκια» προς ναυτιλομένους, αλλά πάλη με άγρια υπερπόντια κύματα τα οποία της δημιουργούν την «τρικυμία εν κρανίω» που την χαρακτηρίζει. Η καθ’ ημάς αριστερά, χολερική στην ιδιοσυγκρασία της από τις πολλαπλές αποτυχημένες προσπάθειές της του παρελθόντος να καταλάβει βίαια την εξουσία, και προσδιοριζόμενη από το συμπαρομαρτούν σύνδρομο κατωτερότητος που την οδηγεί σε πανανθρώπινες ονειρώξεις, του τύπου «οι τελευταίοι έσονται πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι» (κατά το χυδαϊστί φροϋδικό συμφραζόμενο «θα γυρίσει ο τροχός, θα γαμήσει κι ο φτωχός»), εγκολπώνεται τον αγώνα όχι μόνο για το δίκαιο του εργάτη, αλλά και για το δίκαιο του (λαθρο)μετανάστη, και το όποιο δίκαιο της όποιας διεστραμμένης ανθρώπινης φύσεως που επιδιώκει να πείσει όλες τις αλεπούδες να κόψουν την ουρά τους επειδή η ίδια συμβαίνει, κατά φύσιν ή παρά φύσιν, να μην έχει ουρά! Αλλεργική επίσης, από γεννησιμιού της, στην έννοια του έθνους, βγάζει συνεχώς φλύκταινες άμα τη θέα της ελληνικής σημαίας, των παρελάσεων, της υπερτρισχιλιετούς ιστορίας μας και της αναγκαιότητας προάσπισης των εξωτερικών μας συνόρων και της εσωτερικής πολιτισμικής μας ιδιοπροσωπίας. Για όλους αυτούς τους καθ’ έξιν και νοητική καχεξία αριστερούς δεν υπάρχει όμαιμο, ομόγλωσσο, ομότροπο και ομόδοξο έθνος των Ελλήνων. Υπάρχει ένας ιογενής σπογγώδης πολυφυλετικός κοινωνικός πολτός, μία πολύγλωσση πολυμορφική Βαβυλωνία η οποία αντανακλάται επαξίως στην καλειδοσκοπική διάχυση των ιδεοληπτικών τους προσλήψεων την συνθέτουσα το υπόβαθρο-αχταρμά του εξουσιαστικού τους πάθους με το οποίο επιδιώκουν να επικαλύψουν τον ψυχισμό των αφελών (κ)οπαδ(ι)ών τους.

Για να φθάσουμε έτσι στο σήμερα, με την αριστερά φουσκωμένη από τις μάζες των κρατικοδίαιτων πασόκων, που αναρριχήθηκαν συρίζοντες ως καιόμενοι όφεις στο πλεούμενο του «σύριζα» («βρήκε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του») αλλά και πολλών πολιτικά ηλιθίων βλαχοαστών, να πορεύεται «στο  άγνωστο με βάρκα την ελπίδα», και να προσποιείται την ελευθερώτρια δύναμη από τα δεσμά των διεθνών τοκογλύφων, τους οποίους μάλιστα υπόσχεται ότι θα υποχρεώσει να χορεύουν με τα χωνιά της, τους ζουρνάδες και τα νταούλια της! Ίσως διότι με τα ίδια αυτά μουσικά όργανα, τα συνάδοντα με τους λαϊκούς κεκράκτες της, κατάφερε μέχρι τώρα να πειθαναγκάζει, δίκην αρκουδιάρη,  τους αστούς πολιτικούς να προστρέχουν στους διεθνείς τοκογλύφους, για να ικανοποιήσουν το επαγγελλόμενο από αυτήν λαϊκό δικαίωμα στην αδηφαγία, όχι ως προϊόν παραγωγικής ισχύος της χώρας, αλλά ως επιβράβευση του παρασιτισμού των υπηκόων της, των εκτρεφόμενων πνευματικά από τα «νάματα» της αριστερής ιντελιγκέντσιας του κιλού, της δεκάρας, και της σακούλας. Όμως, έστω και την ύστατη αυτή στιγμή του κατήφορου, ελπίζει κανείς ότι ακόμη υπάρχει κάτι στον ελληνικό λαό που λέγεται «αντιληπτική ικανότητα». Η ικανότητα να αντιληφθεί πως δεν αρκεί να προφέρει το «αποτάσσομαι τον Σατανά» για να αποτάξει τον Σατανά. Ιδιαίτερα όταν του το ζητά ο ίδιος ο Σατανάς!

Μέσα σε αυτό το γκροτέσκο καρναβαλικό πλαίσιο, πού βρίσκονται στ’ αλήθεια όλοι όσοι πιστεύουν πραγματικά στην Ελλάδα ως καθολική ουσία και πολιτισμική οντότητα, και όχι ως προσωπείο ή χλαμύδα επικάλυψης  των τακτικισμών και των ραδιουργιών των πολιτικών σουπερμάρκετ και των παραμάγαζων που τα περιβάλλουν; Πού βρίσκονται σήμερα οι ατόφιοι Έλληνες εθνικιστές; Μοναχικοί λύκοι, διάσπαρτοι, παγιδευμένοι, απογοητευμένοι και εξαπατημένοι, σε έναν θρυμματισμένο παραταξιακό χώρο, που εις μεν την μείζονα έκφανσή του προσπαθούν ως μειοψηφία να μην υποστείλουν την σημαία τους, εις δε τα πολιτικά περιτρίμματά της να άγονται και να φέρονται από ηγέτες, τρόπος του λέγειν ηγέτες, με χαρακτηριστικά πλανόδιων γυρολόγων, υπεράκτιων τυχοδιωκτών, αυτοεξαπατούμενων απατεώνων και τσιρκολάνων της «ελληνοφρένειας». Η μόνη άλλη υπάρχουσα «έξοδος κινδύνου» από τους καπνούς και την αιθαλομίχλη που θολώνουν το ιδεολογικό στίγμα τους, η οποία φάνηκε προς στιγμήν ότι θα μπορούσε εν δυνάμει να μετεξελιχθεί σε πόλο έλξεως και των καταξιωμένων εθνικιστών, που  προσέτρεξαν –  παρά τους όποιους ενδοιασμούς τους – στην στήριξή της στις πρόσφατες ευρωεκλογές και αυτοδιοικητικές εκλογές, λόγω κυρίως της άνευ πειστικών αποδείξεων πρωτοφανών διώξεών της ως «εγκληματικής οργάνωσης», ήταν η «Χρυσή Αυγή». Η συμπαράταξη πάντως σημαντικών και κοινωνικά καταξιωμένων πολιτών στα ψηφοδέλτιά της έγινε με την ελπίδα από μέρους τους, ότι θα βοηθούσαν με την παρουσία τους να αποβάλει τα καρναβαλικά ιδεοληπτικά σημάδια των παιδικών της ασθενειών (της φασίζουσας οστρακιάς και του χιτλερικού κοκκύτη).

Όμως, η αδυναμία της να τους απορροφήσει οργανικά, ώστε να αναδιαμορφώσουν ποιοτικά τους πολιτικούς της ορίζοντες  αντί να τους χρησιμοποιεί ως πρόσωπα προεκλογικής βιτρίνας της τελευταίας στιγμής, επιδιώκοντας έτσι να καλύπτει με την αίγλη τους την έλλειψη ενός πραγματιστικού σχεδίου εθνικής ανασυγκρότησης, και η εμμονή της να εκπροσωπείται από ήσσονα στελέχη (ελλείψει της φυσικής ηγεσίας της η οποία σε περίοδο εθνικών εκλογών συνεχίζει να παραμένει έγκλειστη στις φυλακές ή σε κατ’ οίκον περιορισμό, άνευ δίκης), δεν της επιτρέπει πλέον να αναπτύξει μία ευρύτερη εθνικιστική δυναμική η οποία θα έπαιρνε την μορφή πολιτικής χιονοστιβάδας. Αντίθετα, και ενδεχομένως κάτω από την νευρική κόπωση που επέφερε ο βίαιος εγκλεισμός και η μακρόχρονη απομόνωση της φυλακής, άρχισε να καθιστά ορατή μίαν – στιγμιαία θα ήθελε να ελπίζει κανείς –  «διαμαρτία περί την διάπλασιν της κεφαλής» της, η οποία επεδόθη εντός του κοινοβουλίου, κατά την τελευταία άκαρπη ψηφοφορία για την εκλογή προέδρου της νοσούσης Ελληνικής Δημοκρατίας, σε εκδηλώσεις αλάνας του χωριού της, λες και η επίλυση των προβλημάτων της πατρίδας είναι δυνατή με προ-γλωσσικούς, για να μην πω προ-οντολογικούς, όρους, εκφραζόμενους με άναρθρες κραυγές και άσεμνες και αστείες χειρονομίες, ίδιες χιμπατζήδων, μπαμπουΐνων, λεμούριων και ουρακοτάγκων.

«Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο» θα μπορούσε να αντιλέξει κάποιος, εραστής του Νίτσε, αναφερόμενος στην ενστικτώδη αντίδραση ανθρώπων, που νιώθουν την αδικία να τους πνίγει, έναντι προσώπων που τα θεωρούν υπεύθυνα για την επιχειρούμενη πολιτική τους εξόντωση («πες στον παναθηναϊκάκια» να τους…»), αγνοώντας όμως ότι ο Νίτσε δίδασκε πρωτίστως τον «υπεράνθρωπο», τον συμπεριφερόμενο κατά τα πρότυπα του Σπαρτιάτη στρατηγού, ο οποίος απευθυνόμενος στους δια βερμπαλιστικών πυροτεχνημάτων απειλούντες Μεγαρείς ότι θα «σκίσουν τους εχθρούς τους», τούς επεσήμανε ότι περιττεύουν τα «κούφια λόγια τα μεγάλα» με την περιεκτική λακωνική ρήση του: «ή δράστε ή σκάστε».    

Διότι όντως, και χωρίς καμία αμφιβολία, ο αγνός, ο άδολος και καλώς νοούμενος – χωρίς υστερικές παθογένειες – ελληνικός εθνικισμός, ο οποίος ανέδειξε ενεργές προσωπικότητες σε ολόκληρο το μαχόμενο πολιτικό, πολιτισμικό και πνευματικό φάσμα του έθνους, του μεγέθους του Ίωνα Δραγούμη, του Περικλή Γιαννόπουλου, του Παύλου Μελά, του Αθανάσιου Σουλιώτη-Νικολαΐδη, του Λάμπρου Κορομηλά, της Πηνελόπης Δέλτα, του Ιωάννη Συκουτρή, του Ιωάννη Μεταξά, του Αλέξανδρου Παπάγου, του Γεωργίου Γρίβα, του Κωνσταντίνου Καβάφη, του Κωστή Παλαμά, του Κώστα Καρυωτάκη, του Γιώργου Θεοτοκά, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νίκου Εγγονόπουλου, του Δημήτρη Πικιώνη, του Δημήτρη Ροντήρη, του Κωστή Μπαστιά, του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, του Οδυσσέα Ελύτη και του Γιώργου Σεφέρη, αξίζει μιας καλύτερης τύχης και μιας ευπρεπέστερης και ουσιαστικότερης έκφρασης από τον ορυμαγδό «ανά τας οδούς και αγυιάς» της χώρας. Άνθρωποι ποιότητας, βάθους, και ουσίας ήταν εκείνοι που έδειξαν στο παρελθόν, ο καθένας στο είδος του, με το παράδειγμα του έργου, των ιδεών και της δράσης τους, τον δύσκολο δρόμο του ελληνικού εθνικισμού, τον δρόμο που μέσα από την άοκνη προσπάθεια, την αυτοπειθαρχία, την ανδρεία, την λελογισμένη «ριψοκινδυνότητα», την ευρύτητα της παιδείας τους, τις πολιτισμικές τους παρακαταθήκες, την ευφυΐα και την χαρισματικότητα της προσωπικότητάς τους, οδήγησε στην ανάταξη του έθνους των Ελλήνων. Τέτοιους ηγέτες χρειάζεται σήμερα ο εθνικισμός στην Ελλάδα, για να προτάξει και πάλι την εγγενή και υπολανθάνουσα πνευματική, πολιτισμική, πολιτική και στρατιωτική της δύναμη, προϋπόθεση (και όχι αποτέλεσμα) της οικονομικής της ανασυγκρότησης, μέσα σε ένα τραχύ, ταραχώδες και επικίνδυνα κλυδωνιζόμενο διεθνές στερέωμα που απειλεί να την συμπαρασύρει σε μια επερχόμενη «ρουφήχτρα του Μάελστρομ». Ηγέτες που θα αχθούν στο ύψος των περιστάσεων και θα διαμορφώσουν το νέο Ελληνικό Πνεύμα, την νέα Ελληνική Γραμμή, το νέο Ελληνικό Σθένος, σε πείσμα του κάθε εθνομηδενιστή νυχτοκόρακα της αριστεράς, του κάθε γλοιώδους γρυλασπάλακα της δεξιάς, και του κάθε τυχάρπαστου αναρριχητή και ποταμίσιου λεμβούχου του άμορφου, παχύρευστου και ιξώδους πολιτικού «κεντρώου» ιζήματος, του επιζητούντος την αμφίφυλη «γλύκα του μεσαίου».

Και κάτι τελευταίο και φαρμακερό. Ας γνωρίζουν οι απανταχού μικρόνοες πατριδέμποροι και εθνομπακάληδες ότι: ο υγιής εθνικισμός στην Ελλάδα δεν εκφράσθηκε ποτέ μέσα από ενστικτώδεις ιαχές αγροτοποιμένων, απόβλητα κοινωνικά λούμπεν (κατακάθια) της νύχτας, ή παλιάτσους  ενδεδυμένους την στολή του Ζορό, του Ζίγκφριντ, των Βαλ-κυριών, των χηνόφτερων Ιταλών κολονέλων και των τουρκογενών Βόσνιων της μεραρχίας «Χατζάρι» των SS. Ο ελληνικός εθνικισμός εκφράσθηκε πάντοτε μέσα από ηγετικές φυσιογνωμίες του πνεύματος, της επιστήμης, της επιχειρηματικότητας και της τέχνης, πολεμικής και καλλιτεχνικής.  Άνευ αυτών ουδέν εστί γενέσθαι. Γενόσημα, υποκατάστατα, υπόθετα και απομιμήσεις έχουν, όλα τους, ημερομηνία λήξεως. Και «οι καιροί ου μενετοί εν πολέμω».

Η αβεβαιότητα του πέρα-δώθε της αγχιβασίας, της ιδεολογικής «θολούρας του “είπα-ξείπα” και του “είμαστε-δεν είμαστε” αυτό που νομίζετε ότι είμαστε ή δεν είμαστε και που κάναμε ή δεν κάναμε», τα τρεκλίσματα μπροστά στο θάμβος των υστερικών λαοσυνάξεων της Νυρεμβέργης και οι κακέκτυπες απομιμήσεις του «ein Volk, ein Reich, ein Führer! Sieg Heil! Sieg Heil! Sieg Heil! (έτσι, εις τριπλούν!)», προτάγματος συμβατού ίσως με την ψυχολογία των Γερμανών επιγόνων των Βίκινγκς και των Βανδάλων, οφείλει να δώσει την θέση της στον «εφ’ όπλου λόγχη» ελληνικό, και μόνον ελληνικό, ενσυνείδητο βηματισμό.

Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, η επανάσταση των νέων της Ελλάδας, που πλαισιώνουν μαζικά και άδολα τον εθνικισμό, έχοντας στο μυαλό και στην καρδιά τους την Ελλάδα, και μόνον την Ελλάδα, δεν πρέπει να προδοθεί. Γιατί ο εθνικισμός δεν είναι παρά η ζωντανή πολιτισμική αφήγηση ενός ομογενούς και ομοούσιου έθνους, η εδραζόμενη, αρμονικά και αδιαίρετα, τόσο στο φυλετικό όσο και στο κοινωνικό του υπόβαθρο. Και η αφήγηση αυτή έχει ρίζες υπόγειες, θρεμμένες από το αίμα και το χώμα της ελληνικής γης, έχει κορμό και κλαδιά και φύλλα που αναπνέουν με τον αέρα της, έχει άνθη και καρπούς που τους γεννά ένα αειθαλές υπεραιωνόβιο δέντρο, το δέντρο της ζωής του λαού των Ελλήνων. Ο Ελληνικός Εθνικισμός είναι πάνω απ’ όλα μια πρόταση πολιτισμού που αφορά ολόκληρη την Ανθρωπότητα. Είναι το ένδοξο παρελθόν των Ελλήνων που επιζητά να γίνει ξανά το Μέλλον, μέλλον δικό τους και μέλλον της οικουμένης. Και όσοι θεωρούν όλα αυτά ως «φωνή βοώντος εν τη ερήμω», ας αναλογισθούν ότι ήταν εκείνη η φωνή που οδήγησε στην «επανάσταση της ερήμου». Η έρημος πάντα είχε, έχει και θα έχει, ζωοφόρες και ανατρεπτικές ιδιότητες.

 

ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ  ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

Χρίστος  Γούδης
Καθηγητής Πανεπιστημίου

 

Τα έθνη δεν αξίζουν μόνο με το να μένουν έθνη
αν δεν είναι συνάμα και ζύμη για την δημιουργία
πολιτισμών και ξεχωριστών ανθρώπων
Ίων Δραγούμης
Η μεγαλοσύνη των εθνών δεν μετριέται με το στρέμμα
Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα
Κωστής Παλαμάς

Ο Ελληνικός Εθνικισμός δεν είναι ιδεολογία, είναι σύμβολο πίστεως. Πίστεως στην ιστορία της αυτόχθονης ελληνικής φυλής που αναδύθηκε και εξανθρωπίσθηκε σ’ αυτόν τον μαγικό τόπο, εδώ και τουλάχιστον 300.000 χρόνια, σύμφωνα με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις της χρονολόγησης των ανθρώπινων ευρημάτων που βρέθηκαν στην πατρίδα μας. Πίστεως στις αφομοιωτικές της ικανότητες, που μέσα στο διάβα του χρόνου ρούφηξαν όλες τις ανθρώπινες προσμείξεις που παρεισέφρυσαν σ’ αυτόν τον χώρο και που λόγω της πολιτισμικής της ισχύος, γέννημα-θρέμμα της μαγείας της γης, της θάλασσας, του ήλιου, του αέρα και της ντοπιολαλιάς της Ελλάδας, κράτησε την ελληνικότητά της: το όμαιμο, το ομόγλωσσο, το ομόδοξο και το ομότροπο.

Το ελληνικό έθνος υπήρξε πάντοτε ένα οργανικό συνεκτικό βιολογικό σύνολο μέσα από την κοινή του κυτταρική μνήμη και την δημιουργική του βούληση, η οποία υπήρξε ο καταλύτης της διαμόρφωσης ενός οικουμενικού ανθρωπιστικού πολιτισμού. Και είναι αυτή ακριβώς η εν δυνάμει προδιαγεγραμμένη  παραγωγή πολιτισμού που αποτελεί το αυθεντικό κριτήριο αξιολόγησης των εθνών που αναδεικνύονται μέσα από το φυλετικό τους υπόβαθρο και εκβλαστάνουν σε έναν συγκεκριμένο τόπο ως οριοθετημένες και εξελισσόμενες συλλογικότητες, σε έναν πλανήτη που υφίσταται ολοένα και περισσότερο την αφαίμαξη από τα οικονομικά παράσιτα που προσπαθούν να τον μεταμορφώσουν σε μία παγκόσμια δουλοπαροικία.

Ο Ελληνικός Εθνικισμός είναι έκφραση της ελληνικής ιδιοπροσωπίας. Είναι αυθύπαρκτος, αυτόφωτος και αυτοδύναμος. Δεν είναι εισαγόμενος, δεν είναι προϊόν απομίμησης ή αντικατοπτρισμού. Δεν σχετίζεται με τον λαϊκισμό του ιταλικού φασισμού που θωπεύει τα συνδικάτα, ούτε με τις ιδεοληψίες του γερμανικού ναζισμού περί αρίας φυλής που διαχύθηκε από τον Βορρά κομίζοντας την σοφία σε μια ζούγκλα υπανθρώπων. Ούτε ακόμη με την όποια οικονομική νεοθεολογία μαρξιστικής ή νεοφιλελεύθερης φύσεως που οδηγεί στον δρόμο της δουλείας του ανθρώπου από τον άνθρωπο ή την όποια αναρχική θεώρηση των πραγμάτων γιατί γνωρίζει ότι οι αδήρητοι νόμοι της φύσεως γεννούν πάντα μία τάξη μέσα από το όποιο προσωρινό χάος (ordoabchao). Ούτε σχετίζεται με τον εβραϊκό εθνικισμό που πρεσβεύει την γραμμική πορεία της ιστορίας, την αναρρίχηση στην σκάλα του Ιακώβ προς έναν απωλεσθέντα παράδεισο.

Ο Ελληνικός Εθνικισμός έχει την αίσθηση της κυκλικής ροής της ιστορίας, της αέναης επιστροφής, γι’ αυτό δεν φοβάται την πτώση, γνωρίζει ότι θα την ακολουθήσει η άνοδος. Η κινητήριος δύναμίς του, η συλλογική του βούληση για αγώνα, ανταποκρινόμενη στις προκλήσεις της ζωής και του τόπου, «μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς την δόξα τραβά». Πιστεύει στις εκλάμψεις του ελληνικού πνεύματος (που, όπως ο Θεός, όπου θέλει πνεί), παρά στο συνεχές και διάχυτο λυκαυγές και λυκόφως της όποιας Ανατολής και της όποιας Δύσης. Είναι η ισχυρή ακτίνα του λέϊζερ που όταν αναλάμψει, όλοι οι άλλοι πολιτισμοί γύρω του συνειδητοποιούν πως οι ίδιοι μπροστά του «ήτανε φώτα, χίλια φώτα, μα δεν ήτανε το Φως».

Κι αυτό διότι ο Ελληνικός Πολιτισμός δεν είναι ουτοπικός, γνωρίζει ότι ποτέ δεν θα υπάρξει γύρω του υπεραφθονία υλικών και πνευματικών αγαθών, προϋπόθεση για κάθε ουτοπικό όνειρο άπειρης χρονικής διάρκειας. Και επειδή ακριβώς ακολουθεί, σε συμφωνία με τη φύση, ένα κυλιόμενο τροχό ακμής και παρακμής, κορύφωσης και ύφεσης, διαστολής και εκτόνωσης, γι’ αυτό στοχεύει πάντα στην σταδιακή συσσώρευση ενέργειας έτσι ώστε, όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου, να την επανεκπέμπει όλη μαζί ως φωτεινή δέσμη, μορφοποιημένη μέσα από τους πνευματικούς του μετασχηματιστές και τους ψυχικούς ενισχυτές του, σε έναν υπέρλαμπρο ανθρωπιστικό κυματαγωγό και παλλόμενο σε βάθος χρόνου πολιτισμικό οδοδείκτη. Και επειδή ακριβώς είναι βαθειά ανθρωπιστικός, έχοντας ως αρχή το όνειρο του ενός να μην γίνεται εφιάλτης για τον άλλο, σέβεται και εκτιμά τις φυλές, τους λαούς και τα έθνη του πλανήτη που ζουν στον δικό τους τόπο, στο δικό τους περιβάλλον, με τα δικά τους ήθη και έθιμα, την δική τους κουλτούρα, τον δικό τους πολιτισμό και την δική τους τιμή και υπερηφάνεια.

Παράλληλα όμως οφείλει, στα πλαίσια του δέοντος, να προασπίζεται για λόγους αυτοσυντήρησης – φυσικά, ψυχικά και πνευματικά – την δική του πατρίδα, την δική του ιστορία, την δική του ταυτότητα, τις δικές του υπερβατικές προοπτικές και το δικό του μεταφυσικό υπόβαθρο. Γι’ αυτό ο Ελληνικός Εθνικισμός αγωνίζεται για να διατηρήσει την δική του εθνική κρατική οντότητα ενάντια στις ωσμωτικές πιέσεις αλλογενών, αλλόθρησκων, και αλλοφύλων από τους οποίους κατακλύζεται τα τελευταία χρόνια, και από τους οποίους υπονομεύεται διαχρονικά, μέσα και έξω από την επικράτειά της.

Ο ελληνικός λαός δεν είναι αφιλόξενος, απλά για να φιλοξενήσει θα πρέπει να έχει το δικό του σπίτι. Και σήμερα κινδυνεύει πλέον «το σπίτι του να μην είναι πια δικό του σπίτι». Άλλο αφομοίωση περιορισμένου αριθμού παρείσακτων και άλλο εισβολή εξωγήινων, αλλότριων, ξένων και πολιτισμικά απροσάρμοστων όντων που μετεωρίζονται επάνω μας χωρίς πατρίδα.

Όμως στις δικές μας φλέβες ρέει ακόμα αίμα ελληνικό. Αυτό το αίμα, που το έθνος των Ελλήνων έχυσε στο παρελθόν κρουνηδόν, για να υπερασπίσει την βιολογική του καθαρότητα και την φυσική και πνευματική του ελευθερία, δεν θα το νοθεύσει, δεν θα το αφήσει να μετατραπεί από άλικο αίμα της παλληκαριάς σε πράσινο αίμα της κάμπιας.

Ο ιερός βράχος της Ακροπόλεως δεν θα επιτρέψει την ύβρι της αυθαίρετης δόμησης επάνω του, ενός Πύργου της Βαβέλ, ούτε την περικύκλωσή του από το Τείχος των Δακρύων. Ο φωτοδότης Ήλιος της Δικαιοσύνης, ο οποίος διέπει την ελληνική γραμμή, έχει την δύναμη να διαλύσει με τις ακτίνες του την ετερόφωτη «ημισέληνο» και το ψυχρό φως των όποιων «αστεριών» ή «λυχνιών» του σκότους. Η Ελλάδα ήταν, είναι, και θα παραμείνει, ένας λαός, ένα έθνος, ένα κράτος. Ποτέ δεν θα γίνει κράτος πολλών εθνών. Οι κίονες της ισχύος, της σοφίας και του κάλλους, ο δωρικός, ο ιωνικός και ο κορινθιακός παλμός της ελληνικής καρδιάς, που αντηχούν σήμερα μέσα από τα σήμαντρα των εκκλησιών μας, θα αποτρέψουν αυτό που υπέστη η Ρώμη – την πολιτισμική και εθνοφυλετική  κατάρρευση – όταν επέτρεψε να ρεύσει στον Τίβερη ο Γάγγης και ο Ορόντης, ο Νείλος, ο Τίγρης, και ο Ευφράτης. Τα ύδατα της Στυγός εγγυώνται την Κάθαρση και την Νέμεση. Και νύν και αεί.

Ο Ελληνικός Εθνικισμός είναι υποχρεωμένος να αμυνθεί ενάντια στην επιχειρούμενη πτωχοποίησή του. Όχι την οικονομική πτωχοποίηση. Αυτήν δεν την φοβάται. Ποτέ δεν ήταν αναζητητής και κυνηγός υλικών θησαυρών. Αυτοί ποτέ δεν του διασφάλιζαν γνώση και σοφία. Οδηγός του είναι πάντοτε η απάντηση του Ευκλείδη στον Πτολεμαίο, όταν ο τελευταίος προσφέρθηκε να του χαρίσει αμύθητους θησαυρούς για να μάθει άκοπα τα «κόλπα» της γεωμετρίας: «Δεν υπάρχει βασιλική οδός για την γεωμετρία».

Αυτήν την δύσβατη προσωπική οδό στην γνώση και την σοφία που έμελλε να πορευθούν οι Έλληνες συλλογικά, με τον καθένα να υπερβαίνει μόνος του τα δικά του εμπόδια στην κατανόηση και χειραγώγηση των μυστηρίων της ζώσας φύσεως που μας περιβάλλει, αυτήν την εθνική και πατρογονική πολιτισμική μας κληρονομιά, οφείλουμε να την διατηρήσουμε σε καιρούς χαλεπούς. Οφείλουμε να αντισταθούμε στην πνευματική μας πτωχοποίηση αποκτώντας στέρεες γνώσεις γύρω από την υπόσταση του εαυτού μας και συνειδητοποιώντας τις υποχρεώσεις του έναντι της φυλής μας, των πατέρων μας, και του έθνους μας. Είναι ένας αγώνας που απαιτεί περισσότερο την σε βάθος συνειδητοποίηση ότι ερχόμαστε από μακριά για να πορευθούμε ακόμη πιο μακριά, με ότι αυτό συνεπάγεται για να το επιτύχουμε, και λιγότερο την ενστικτώδη διάχυτη επιθετικότητα της άνευ απωτέρου σχεδίου περιφρούρησης της στιγμής.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι σύμβολο του Ελληνικού Εθνικισμού, δεν είναι ούτε ο αγκυλωτός σταυρός, το «Τετρασκέλιο Γαμμάδιο» των Ελλήνων (το συντιθέμενο από τέσσερα ελληνικότατα «Γ»), ούτε ο Κρητικός διπλούς πέλεκυς, η «Λάβρυς», παρά την καθαρά ελληνική προέλευση και των δύο αυτών συμβόλων, αλλά το τηλαυγές απολλώνιο διπλό αντικατοπτρικό «Έψιλον» των Δελφών, υπόβαθρο, στην τετραγωνισμένη του ρέουσα και δυναμική έκφανση  του «Ελληνικού Μαίανδρου» («τα πάντα ρει» και «τα πάντα οιακίζει ο κεραυνός»). Είναι το «Εδιζησάμην Εμαυτόν» του Ηρακλείτου, το: ερεύνησα τον εαυτό μου μέσα στον καθρέφτη της ψυχής μου, στο έσοπτρον του ένθεου πνεύματος των προγόνων μας. Γιατί το «ένδον σκάπτε» που οδηγεί στο «γνώθι σαυτόν» αποκτάται μέσα από την ιερή νέκυια, την κατάδυση στις ρίζες της φυλής και του έθνους, αντικατοπτρισμός των οποίων είμαστε εμείς, συνεχιστές και δημιουργοί, όχι μητραλίες και εξολοθρευτές.

Έτοιμοι να γνωρίσουμε το βάθος, τις τρικυμίες, και την απεραντοσύνη της θάλασσας, ταξιδεύοντας πάντα «κατ’ εμπορίαν και θεωρίαν» για να βρούμε το πέρασμα, ακόμα κι αν χρειαστεί να ναυαγήσουμε. Όμως ποτέ δεν θα πνιγούμε.

 

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΕΩΝ

εκφυλιστικών φαινομένων
και οι λόγοι που την απορρίπτει
στον κάδο της Ιστορίας

 Η ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Χρίστος  Γούδης

 

 Άνθρωποι που δεν σκέπτονται στη λογική του «άσπρου-μαύρου»:
Ζητούνται ή καταζητούνται;

Μια πλημμυρίδα νέων βλασταριών ξεπήδησε και κατακλύζει με τα νιάτα της την γηραιά ασθμαίνουσα και μοχθηρή Ευρώπη, μία ολόκληρη γενιά από ανένταχτους στο σύστημα, ιππότες τολμηρούς και αμαζόνες, σε αναζήτηση της δυναμιτισμένης τους ταυτότητας, και της χαμένης προδομένης γης τους, από τους ξένους πατριούς κι  από τις στέρφες και κακόβουλες μητριές τους. Είναι η γενιά των ενσυνείδητων εξεγερμένων, των θερμοκέφαλων ανυποχώρητων στασιαστών, των ανταρτών του Μπάουντυ που θέλουνε ν’ αρπάξουνε στα χέρια τους, το σκάφος το ιστορικό που βολοδέρνει, κάτω από την ηγεσία μεθυσμένων και θολών από τη χρήση των ναρκωτικών της εξουσίας καπετάνιων, για να επαναφέρουν το πολύπαθο σκαρί που ακόμα θέλει να το λεν «Ευρώπη», στην δέουσα κι ορθή πορεία πλεύσεως, για ν’ αποφύγει, έστω κι αυτήν την ύστατη στιγμή, τη σύγκρουση με το παγόβουνο μιας ζοφερής αλήθειας, που οδηγεί σ’ έναν ολέθριο και καταστροφικό Τιτανικό, όσο επιμένει ν’ αρμενίζει ανέμελο, σε μια υπερατλαντική τηλεκατευθυνόμενη  πορεία.

Πίσω ολοταχώς, στα γνώριμα λιμάνια της παράδοσης, και στα προτάγματα της αθωότητας των πρωτοπλάστων. Πίσω στη φύση και στον καθαρό αέρα της, τον εξολοθρευτή των παρασίτων και των μικροβίων, που ενεδύθησαν τη μάσκα της προόδου, αποσκοπώντας και προσβλέποντας μόνο και μόνο στην δική τους πρόοδο, για να μας οδηγήσουν μ’ επιταχυνόμενη ταχύτητα, μέσ’ απ’ την επιμόλυνση του αίματος, στο έρεβος στον βόρβορο και στον γκρεμό, μίας αχαρακτήριστης μετάλλαξης και εκφυλιστικής φυτοζωΐας. Πίσω στην επιβίωση, με όπλο το απόλυτο ελάχιστο που αρκεί για τις ανάγκες ύπαρξης του αναχωρητή, και το σημαίνον μέγιστο της ανατάσεως του πνεύματος της Ιστορίας.

Όχι, δεν ενοχλεί η Ιστορία μας, μήτρα μας είναι και γενέτειρά μας. Όχι δεν ενοχλεί η άρνηση απέναντι σ’ εσάς του κοσμοκράτορες του σκότους, σε ότι λέτε «ναι» εσείς, εμείς θα λέμε «όχι». Γιατί εσείς, με ότι είστε κι ότι εκφράζετε, μ’ ότι πιστεύετε ή δεν πιστεύετε, και μ’ ότι κάνετε κι όπως βυσσοδομείτε, με την υποκρισία της «πολιτικής ορθότητας», μανδύα διαχείρισης μαζών εκπορευόμενο, από τα όπου γης παράκεντρα πνευματικών μαρξιστικών απορριμμάτων, εσείς ορίσατε προσδιορίσατε και οριοθετείτε, μία γενιά ταυτότητας, με την καθολική απόρριψη από μέρους της, του όλου και του επιμέρους και του σχετιζόμενου, με το σινάφι σας τη συμμορία σας και την παρέα σας, των αρνητών των αξιών του παρελθόντος. Χάρη σε σας, στη ρυπογόνο βουλιμία σας και την πνευματική σας μυωπία, στο μέλλον όλοι οι νέοι με συλλογική φυλετική ταυτότητα μιας ευρωπαϊκής ιδιοπροσωπίας, με όπλο θα βαδίσουν την παράδοση και τη συνέχεια και την ιστορικότητα της μνήμης. Εσείς, δεν είστε τίποτ’ άλλο παρεκτός, φτερά στον άνεμο, έπεα άχρωμα και άοσμα και πτητικά πτερόεντα, γιατί «εφήμεροι εισίν όσοι ουκ έχουσι ρίζας εν εαυτοίς». 

Και να θυμάστε. Όλοι αυτοί οι νέοι που καλπάζουνε, με τις στολές και τους πυρσούς και τ’ ανομήματά τους («προς τα πού πηγαίνουν καθ’ οδόν, οι εκατό καβαλαραίοι ανδαλουσιάνοι, απ’ τον κήπο των πορτοκαλιών;»), είναι οι κήρυκες της ανεξαρτησίας και της επανάστασης, οι αποδομητές κι οι αρνητές  των παραισθήσεων της ψεύτικης ρηχής δικής σας γενεάς (και της δικής μας της γενιάς των μασκαράδων του Πολυτεχνείου), που, στ’ όνομα μίας πλαστής μεθοδευμένης και κατευθυνόμενης, και ανελεύθερης και ψεύτικης ελευθερίας, υπηρετήσατε ιδιοτελή συμφέροντα, κι επιδοθήκατε στο άθλημα της αναρρίχησης επί πτωμάτων, μέσα σε ένα περιβάλλον παρακμής ασυδοσίας και εκφυλισμού, που εσείς οι ίδιοι όχι μονάχα το ανεχτήκατε, αλλά συμβάλατε και συνεργήσατε στην παραμόρφωσή του.

Όσοι δεν τό ’ζησαν, είναι πλέον καιρός να αποκαλυφθεί, πως όλοι εκείνοι της γενιάς του Μάη του ’68, είναι αυτοί που συμβιβάστηκαν και συντελέσαν καθοριστικά, στην μεταποίηση του Οίκου της Ευρώπης, σε οίκο ανοχής οίκο κραιπάλης και λαθρεμπορίου, των πάντων και πασών των αξιών, εκείνοι που την μεταποίησαν σ’ ένα μεγάλο πνιγερό σαράφικο, μικρών γαμψών αρπακτικών ανθρώπων, στις σκάλες του οποίου οι λαοί τα έθνη και τα κράτη, προσέρχονται νυχθημερόν, και συνωθούνται κι επαιτούν, και προσκυνούνε έρποντας, τους γέροντες σοφούς σαράφηδες, τους αργυραμοιβούς που αναδεύουν το χρυσίο του ταμείου τους με απληστία, τους χρονοκράτορες προφήτες κι αστρολόγους, που λειτουργούν εκεί με τις πολύφωτες λυχνίες τους, και διαφεντεύουνε τις τύχες των ανθρώπων, με τα απόκρυφα και σκοτεινά αστέρια τους, και τα λειψά τα ζύγια τους, και με το δούναι και λαβείν και την τοκογλυφία τους, και την σκιώδη σολομωνική τους.

Όλοι εκείνοι του Μαΐου του Παρισινού, που μας μετέτρεψαν σε «θεατές των λόγων» τους κι «ακροατές των έργων» που δεν γινήκανε ποτέ στην πράξη (μεγάλε Θουκιδίδη, εσύ τα έλεγες από παλιά, εμείς δεν θέλαμε να σε ακούμε), όλοι εκείνοι που προσβάλαν την αισθητική με τη θρυμματισμένη και στρεβλωτική, αφηρημένη ασυνάρτητη καλειδοσκοπική, κακόφωνη κακόφημη μοντέρνα και μεταμοντέρνα τέχνη, σύγχυση όρασης και ακοής και διαταραγμένης σκέψης, που καταλύει τις μορφές της ωραιότητας και της πηγαίας μουσικής της φύσης, ένδειξις μίσους εαυτού, αισθήματος αυτοκαταστροφής, διανοητικής εξάρθρωσης κι ανήκεστης πνευματικής αναπηρίας, όλοι οι αρχιτέκτονες κακοποιοί των οικοδομικών εξαμβλωμάτων-φυλακών ψυχών, που εγείρουν συστηματικά κατά παράβαση της αρμονίας της χρυσής τομής και της ελληνικότητας του κάλλους, αλλά και εν αγνοία του προτάγματος του Ξενοφώντος («ωσπερ λίθοι τε και πλίνθοι και ξύλα και κέραμος ατάκτως μεν ερριμμένα ουδεν χρήσιμά εστιν»), είναι αυτοί που άνοιξαν διάπλατα την πόρτα της κολάσεως, στους πάσης φύσεως «εμπόρους των εθνών», τους ραδιούργους ενορχηστρωμένους και κρυπτόμενους, κάτω απ’ την μπαγκέτα του μεγάλου δάσκαλου της φάρας τους, του Έμπορου της Βενετίας.

Είναι εκείνη η γενιά των ψυχεδελικών, των αναβολικών, των συλλεκτών μανιταριών, η παθιασμένη η γενιά της κάθε έκστασης και υστερίας «πασιονάρια» (πύλη εισόδου κάθε τεκές «καφέ-αμάν», μενού βρώσης και πόσης «amanita muscaria»), γενιά των παραισθήσεων και της παραχαράξεως των οραμάτων, σήμα κατατεθέν της παρακμής και χαύνωσης, γενιά της κόκας και της κάνναβης της ινδικής, του LSD της ηρωΐνης και της μεσκαλίνης, και των απανταχού της γης χρηστών και λωτοφάγων εραστών του κάθε είδους και φυράματος ναρκωτικών υπό μορφή παραμορφωτικής μορφίνης, λέγε με όπιο της καθ’ ημάς Ανατολής της ψευδεπίγραφης γαλήνης.

Είναι όλοι εκείνοι που μετέτρεψαν την υπερήφανη και θαλερή Ευρώπη, πάλαι ποτέ πνευματική κοιτίδα του πολιτισμού, σ’ ανατολίτικο παζάρι περσικών χαλιών, σε γκρίζα ζώνη με οσμή μπαχαρικών και άρωμα Ινδίας, με χρώμα από Καζαμπλάνκα, Καλαχάρι και Μομπάζα, σ’ Ευραραβία, Ευρω-αφρική, και μουσουλμανική Ευρασία, σε εκτροφείο ινδικών χοιρίδιων με γονιμότητα κονίκλων, μεσ’ από μεταγγίσεις αίματος ασύμβατου, στις φλέβες των εθνών και των λαών και των κρατών της,  

Όλοι εκείνοι των μπουλβάρ του Παρισιού, και του καρτιέ Λατέν και του καρτιέ Ζουΐφ, και της Βαστίλλης, είν’ οι αργόσχολοι του πνεύματος που ευτελίσανε την έννοια του ανθρωπίνου γένους, και που γκρεμίσανε τα σύνορα ανάμεσα στο ανδρικό και γυναικείο φύλο, οι προπαγανδιστές της διακίνησης των ουσιών και των ανούσιων και φαύλων ιδεών τους, της αλλαγής των φύλων και φτερών, μιας κοινωνίας τραβεστί, ευνούχων και τρανσέξουαλ, όπου το πρότυπο του υπανθρώπου υπεράνθρωπου, είναι νονοί ομοφυλόφιλοι παιδεραστές και ερμαφρόδιτα τραβέλια.

Είναι εκείνοι που επειδή απέτυχαν στην κοπτική και ραπτική, μίας προκρούστειας διεστραμμένης λογικής, να μετατρέψουνε τη Γη σε κόκκινο πλανήτη, σε μιαν απέραντη και δουλοκτητική φωλιά υποταγμένων ερυθρών μυρμήγκων, καταθλιμμένοι και χολερικοί για την απώλεια μιας εν δυνάμει εξουσίας τους, κάτω από τα πέπλα μιας ολοκληρωτικής, και όπως αποδείχθηκε καταπιεστικής κι αντιανθρώπινης, μάταιης στρατοκρατικής και αδιέξοδης, και παρά φύσιν ιδεοληψίας, κλείσαν το μάτι στην παγκόσμια διακυβέρνηση μιας κάστας οικονομικών ληστών, με αντίτιμο την ιδιοτελή προσωπική τους αναρρίχηση, παρηγοριά καταφυγή και καθαρτήριο μίας βαθειάς δικής τους ψυχικής μειονεξίας.

Είναι εκείνοι που σε αγαστή συνεργασία με τους σκοτεινούς απάνθρωπους εγκέφαλους μιας κακοήθους και εξουσιαστικής, πλανητικής παραπλανητικής περιπλανώμενης, και παραπλανημένης μιαρής φατρίας, βοήθησαν όσο κανείς στην υπονόμευση και αποδόμηση του «συνανήκειν» των εθνών, στην καταστροφική διάλυση περήφανων πολιτισμών, που φύτρωσαν και βλάστησαν κι ανθήσανε, καθένας στο δικό του περιβάλλον, στον φυσικό και ζωτικό δικό του χώρο, καθένας στο δικό του έδαφος και στον δικό του τόπο, προπύργιο αντίστασης στα βδελυρά κι άνομα σχέδια, μίας παγκόσμιας κυριαρχίας.

Είναι εκείνοι που συνέτειναν στο σχέδιο παραγωγής αυτιστικών και ανερμάτιστων ατόμων, αποκομμένων απ’ τις ζωοφόρες ρίζες της φυλής και της παράδοσης, από την αίσθηση του ιερού και την ανάταση του μεταφυσικού στοιχείου, αποκλεισμένων σε κελύφη ενέσιμων παραισθησιογόνων ουσιών, και ναρκωμένων και καθοδηγούμενων, από τα χημικά και οπτοηλεκτρονικά σκευάσματα μετάλλαξης, σε φυτικά πολυφυλετικά υβρίδια, διαχειρίσιμα, ανακυκλούμενα και μοχλευόμενα από το καθεστώς, μιγαδικά κοινωνικά απόβλητα, τρωτές αδύναμες κι ανυπεράσπιστες μονάδες, όπως η κάθε καλαμιά στον κάμπο.     

Είναι το «σύστημα», το εντροπικό και αδιάντροπο, της ηθικής αποτελμάτωσης και ψυχικής κακοβουλίας, με τους μιντιακούς του οχετούς και βόθρους, να ξεχειλίζουνε με λάσπη υπερκαλύπτοντας, άδολες νεαρές ψυχές, όσες τολμήσαν να υψώσουνε κραυγή αγωνίας για το μέλλον τους, και να τους στιγματίζουνε με τις σφραγίδες ενός παρελθόντος, για το οποίο όχι απλά δεν ήτανε υπεύθυνοι,  αλλά αντίστροφα ήταν τα θύματα των «άλλων» που επιβίωσαν κρυμμένοι υποκριτικά κάτω απ’ τις δάφνες και τις ιαχές των νικητών, για να αναδυθούν ξανά συρόμενοι στην επιφάνεια, σαν κάθισε για τα καλά ο κουρνιαχτός της μάχης, για νά ’βγουν και να συνεχίσουνε το έργο τους, το μόνο που τόσο καλά γνωρίζουν, το στύψιμο, την εκδορά και την αφαίμαξη, του κάθε ανυποψίαστου και έντιμου ανθρώπου.

Αυτοί οι λίγοι του πλανήτη και ουτιδανοί, είναι που συνιστούν την κόζα νόστρα του εγκλήματος, τις καμαρίλιες και κουζίνες της πολιτικής – για να κινούν τα νήματα στ’ ανδρείκελα της εξουσίας – και την καμόρα των μαφιόζων πωλητών του χρήματος, του βουτηγμένου μές στο αίμα και την αγωνία των ανθρώπων, όλων εκείνων που έτσι και κάνουν να τολμήσουν ν’ αντιδράσουνε, στο δουλεμπόριο ψυχών που ’χουνε στήσει οι κατακτητές πάνω στη Γη, λες κι ήτανε οικόπεδό τους, τους λεν φασίστες ναζιστές αναρχοδεξιούς, εσείς διαλέξτε χαρακτηρισμούς, πάντα κατά περίπτωση, και πάρτε όποιους κι όσους θέλετε, αρκεί μετά ν’ αλλάξετε πλευρό, να κοιμηθείτε, κι όταν με το καλό ξυπνήσετε, να ’σαστε διακριτικοί με τους συστημικούς, να μην τους ενοχλείτε.

Όμως, όλοι αυτοί οι σύγχρονοι αιμοσταγείς και καταπράσινοι θανατεροί βρυκόλακες – που μέσα τους φωλιάζουνε τα ερπετά κι οι κάμπιες – κι η κουστωδία των πολλών και θλιβερών υπηρετών τους, οι κολασμένοι άρχοντες κι οι υπόδουλοι λακέδες, κι οι στρατηγοί γραφείου κι ο στρατός, που ζούνε και υφίστανται κάτω απ’ τη σκιά τους, για να στολίζουν τα προεδρικά τα μέγαρα, να παιανίζουν εμβατήρια στην αλλαγή φρουράς, και ν’ ασχολούνται μ’ εργασίες δωματίου, αντί να προασπίζονται τα σύνορα, μίας πατρίδας που ρευστοποιείται και πωλείται, και που αφύλακτη την διαπερνούν την διαπλέουν και την υπερίπτανται μυριάδες κατσαρίδες, και οι χηνόφτεροι κι οι λαδωμένοι μανδαρίνοι του συστήματος, που παίρνουνε τις μίζες τους κάτω απ’ το τραπέζι, ξεχνούν πως η «μητέρα-γη» έχει και τούτη τις δικές της αντοχές και τις δικές της αντιστάσεις, και συνεχίζει να γεννά παιδιά μεσ’ απ’ τα σπλάχνα της, και νά ’χει τις δικές της μνήμες για τις προσβολές που δέχεται, από τους δόλιους υβριστές και τους χυδαίους καταπατητές της, μνήμες που τις περνά στα τέκνα της μέσα στα κύτταρα τους, εγχαραγμένες στα γονίδια της μοίρας τους, για να υψώσουν το ανάστημα, να υπερασπισθούνε την τιμή της και τιμή τους, την ιστορία της και  ιστορία τους, την απειλούμενη  ζωή της και  ζωή τους.

Είν’ τα παιδιά που ζούνε για να γίνουνε αυτό που ορίζει κι απαιτεί το πεπρωμένο της φυλής τους, κι  όχι να φαίνονται ως «δήθεν» για το «θεαθήναι», σαν μαριονέτες άψυχες φτιαγμένες, avec de la ficelle et du papier, που άλλοι αλλού τις πλοηγούν και τις χειραγωγούνε. Είναι παιδιά που ζουν για να γενούν αγέρωχες ανθρώπινες υπάρξεις, όχι για να μαζεύουν και να έχουν στα σεντούκια τους, όλα αυτά που θα τα πάρει ο άνεμος μια μέρα. Είν’ τα παιδιά που προσλαμβάνουνε την ιερότητα του πνεύματος του τόπου τους, το αίμα και το χώμα των προγόνων με το οποίο χτίστηκε η πατρίδα τους, τις ρίζες, τους αγώνες και τις αγωνίες της γενιάς, την διαδρομή, τους θρύλους και τους μύθους του λαού τους, την ιστορία και τη δόξα και τη δύναμη του όποιου δικού τους σεβαστού, μικρού ή και μεγάλου έθνους.

Όσες παγίδες και αν σοφιστούν οι άρχοντες, του κυβερνόχωρου και της πλαστής εικονικής θεατρικής σκηνής τους, όσο και αν απλώσουν σαγηνευτικά τα άϋλα κοινωνικά τους δίκτυα, με τα ανώνυμα κι υποκινούμενα φαντάσματα, τις άσπιλες κι αμόλυντες και μακιγιαρισμένες τηλεπόρνες, και τα ποικίλης φύσεως έντεχνα κι ηλεκτρονικά πανάκριβα βεγγαλικά τους, ειν’ το βουνό που αντιστέκεται στους πειρασμούς, ο ουρανός κι η θάλασσα του τόπου τους, οι αέρηδες κι οι κεραυνοί, οι θύελλες κι οι καταιγίδες, η χρυσαυγή το κύμα και το ηλιοβασίλεμα, κι οι κόσμοι οι παράλληλοι των ζώων των μικρών και των μεγάλων, των κατοικίδιων του σπιτιού και των αγριμικών του δάσους, ο κόσμος των εντόμων και των λουλουδιών και των φυτών, των δέντρων, των πετούμενων και των θαλασσινών του πέλαγους, και του γιαλού στην άμμο, όλος αυτός ο κόσμος με ψυχή, που ζει βιώνει και πορεύεται, με οδοδείκτη όλες εκείνες τις μαγνητικές υπολανθάνουσες, και φορτισμένες οδηγήτριες γραμμές της φύσης. Αυτή είν’ η ασπίδα η καταφυγή κι η προστασία τους, από την σήψη που εκρέει διαφθείρουσα, απ’ τ’ ατσαλάκωτα και αντισηπτικά κουστούμια των ουτιδανών, και τα πανάκριβα ιλουστρασιόν αυτοκινούμενα, πολύτροχα πολύστροφα και ανεγκέφαλα κουτιά τους.

Κι είν’ και το Σύμπαν αρρωγός, που ακούει, ξέρετε, μύχιες σκέψεις, προσευχές, απόκρυφες συνομιλίες, ψίθυρους μυστικούς, αρές κατάρες κι επικλήσεις, των ταπεινών και καταφρονεμένων της ζωής, των αγανακτισμένων που αιτούν και απαιτούν Θεοδικία! Είναι ο μονόλογος απ’ το ημερολόγιο ενός τρελού, ο «στάρετς» των μοναστηριών της αχανούς Ρωσίας, ο δια Χριστόν σαλός, ο «γιουροντίβι» του χωριού της ανορθόδοξης Ορθοδοξίας, κι η κάθε λαλημένη παλαβή τρελή Αντιγόνη του Σαγιό, και ο «ηλίθιος» του Ντοστογιέφσκι, και ο Αλιόσα απ’ τους αδερφούς Καραμαζώφ, και οι Δαιμονισμένοι απ’ το σπίτι των νεκρών, όλοι αυτοί είναι εκείνοι που περνάνε τη σκυτάλη σε μια νεότερη γενιά, που υψώνει θαρραλέα το ανάστημα, και ανακτά και επισείει επιδεικτικά, την στερημένη στα χαρτιά, ιστορική ταυτότητα του ανθρωπισμού της.

Έρχεται κι επελαύνει η γενιά που αντιστέκεται. Ο Πύργος της πολυγλωσσίας της Βαβέλ, ο Οίκος των σχιζοφρενών του Άσερ, ο Πύργος του δεσπότη, ο απροσπέλαστος κι αυτιστικός, του Κάφκα, και το Γκολέμ της πόλης του, της Πράγας, το κάθε τέρας που γεννούν τα εργαστήρια των Φρανκενστάϊν, κι ο κάθε πύργος του βρυκόλακα και των βαμπίρ των Καρπαθίων, όλα τους θα γενούν ερείπια εν μια νυκτί, με πάταγο θα γκρεμιστούν και ανεπιστρεπτί θα καταρρεύσουν. Γης Μαδιάμ θα γίνουνε τα Σόδομα και η Γομόρρα. Έρχεται ο Αρμαγεδδών και ο κατακλυσμός, καμία κιβωτός του Νώε δεν τους σώζει. Οι λίγοι θ’ ανατρέψουν τους πολλούς και δυνατούς, οι λίγοι καταλύτες οι μικροί το μέγεθος, θα επιταχύνουνε τις χημικές κοινωνικές διεργασίες κι εξελίξεις. Καθότι παλαιόθεν διδαχτήκανε πως «οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἀλλ᾿ ἐν τῷ εὖ τὸ πολύ». Κι οι γίγαντες από πηλό, όσοι κι αν είναι, εις χουν ελεύσονται μέσα στης λήθης την αχλύ.

Εκάς οι βέβηλοι, εκάς οι ξένοι κι οι αλλότριοι, εκάς οι ιογόνες αποικίες των απανταχού βαρβάρων, εκάς οι αιμομίκτες κι οι αιμόφιλοι, εκάς οι άρπαγες, οι Ούνοι κι οι Μογγόλοι. Ο Ήλιος αναλάμπει ανατέλλοντας, η φωτεινή του παρουσία θα διαλύσει τα σκοτάδια που τους τρέφουνε όλους αυτούς, θα τους σκορπίσει στους ανέμους που οι ίδιοι σπείρανε, και θα τους στείλει πίσω από κει που ήρθανε, για να θερίσουνε τις θύελλες που ξεσηκώσαν. Εις Άδου κάθοδος των τοκογλύφων και των τυμβωρύχων και των κακουργών. Τα σήμαντρα της συνεγέρσεως σημάνανε, τα τύμπανα πολέμου αντηχούνε. Πυρ ομαδόν και κάθαρσις, και ότι ήθελε προκύψει. Όποιος δεν έχει λόγο να πεθάνει, δεν έχει λόγο ούτε για να ζει. Τα πράγματα πρέπει να φτάσουν στο πικρό τους τέλος. Και η μεγάλη έκρηξη  μια νέα φωταψία θα γεννήσει.