ΕΠΙΣΤΗΜΗ

 

ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΑΛΜΥΡΟΥ ΝΕΡΟΥ

ΣΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ


Χρίστος Γούδης
02/10/2015

Ο Γκυ Ντεμπόρ προείδε εγκαίρως, ήδη από την δεκαετία του ’60, το τι θα βιώνουμε στην «κοινωνία του θεάματος» σε μια εποχή σαν τη σημερινή που αποθεώνει την όποια εικονική πραγματικότητα και ωραιοποιεί ηλεκτρονικά, μέσα από λογισμικές επεξεργασίες, την εικόνα υπαρκτών όντων προσάπτοντάς τους ανύπαρκτες τελειότητες. Η εικονολατρεία στο απόγειό της μέσα από την πολύχρωμη επιδερμική επιφάνεια της προπαγάνδας πάσης φύσεως και παντός επιστητού. Από αυτήν την παγίδα του εντυπωσιασμού δεν θα μπορούσε να ξεφύγει ούτε και η επιστήμη. Εξού και οι πομπώδεις προαναγγελίες για επικείμενες βαρυσήμαντες ανακοινώσεις σχετικά με συνταρακτικά ευρήματα στον πλανήτη Άρη που επέπρωτο να λύσουν το «μυστήριο» που τον περιβάλλει. Κι αυτές, όταν ήρθαν ως «αμερικανιές», μέσα από χρονικά επιταχυνόμενα βιντεάκια, δεν ήταν άλλες από τις εικαζόμενες σταγόνες αλμυρού νερού που τροφοδοτούν κάποια ρυάκια που φαίνεται να ρέουν για κάποιο διάστημα στις αχανείς ερήμους του, στην πορεία του αρειανού έτους, καθώς οι πάγοι λιώνουν στους πόλους του «κόκκινου πλανήτη» κατά την διάρκεια του θέρους του.

Όσο σημαντική κι αν είναι η ανακάλυψη ρέοντος ύδατος στην αρειανή Σαχάρα, στα πλαίσια πάντα της επιστημονικής κοινότητας η οποία είναι και η μόνη αρμόδια για να την αξιολογήσει και να την επιβραβεύσει, τόσο απελπιστικά χλωμή εμφανίζεται ως προπαγανδιστικό όπλο της επιστήμης στον «χύδην όχλο». Αυτός δεν πρόκειται να εντυπωσιασθεί με οτιδήποτε λιγότερο από την ανίχνευση, αν όχι την σύλληψη, ενός εξωγήϊνου όντος το οποίο θα εκτεθεί σε κοινή θέα, προς επιβεβαίωση της υπεροχής της ανθρώπινης υπόστασης έναντι των διαστημικών εκτοπλασμάτων. Αγνοώντας φυσικά τους κινδύνους που εμπεριέχει το κυνήγι της πιθανής επαφής μας με εξωγήϊνους και την σχολή σκεψης που προειδοποιεί πως «αν κτυπήσει το κοσμικό τηλέφωνο, μην απαντήσετε», γιατί ποτέ δεν ξέρετε αν οι «ξένοι» που θα θελήσουν να μας επισκεφθούν δεν αισθανθούν αποστροφή για μας, ανάλογη με αυτήν που νοιώθουμε εμείς για τις κατσαρίδες και που μας κάνει να τις πατάμε με αηδία στριγγλίζοντας συγχρόνως από ανατριχίλα.

Και μια και αναφερθήκαμε στο λεγόμενο «σύνδρομο της κατσαρίδας», τι είδους ζωή περιμένετε να βρείτε στον Άρη; Στην καλύτερη περίπτωση, αν δεν είναι απλά μικροβιακή, τι θα μπορούσε να επιβιώνει στο υπέδαφος ενός πλανήτη που βολοδέρνεται από υπεριώδεις καταιγίδες, ελλείψει προστατευτικής ατμόσφαιρας; Μα κατσαρίδες και σκορπιοί. Όντα με κελύφη που τα προστατεύουν από επικίνδυνες ακτινοβολίες, υπεριώδεις, ραδιενεργές και ότι άλλο βάλει ο νους σας, είναι τα μόνα όντα που επιβιώνουν σε τέτοιες συνθήκες και τα μόνα που θα επιβιώσουν στη γη μας μετά από ένα πυρηνικό όλεθρο. Δεν είναι άλλωστε συμπτωματικό ότι όσες προσπάθειες έγιναν μέχρι τώρα σε αμερικανικές ερήμους, σε περιβάλλοντα δηλαδή προσομοιάζοντα με την πλανητική ερήμωση, να δημιουργηθούν πειραματικές βιοσφαιρικές αμπούλες για να επιβιώσουν μέσα τους άνθρωποι κατά τα πρότυπα μιας πρωτόλειας πλανητικής αποικίας, εγκαταλείφθηκαν άρον-άρον γιατί πάντα γέμιζαν με κατσαρίδες!!!

Ένα ταξίδι στον Άρη είναι ένα ταξίδι στη Σαχάρα. Ένα είδος διαστημικού ράλλυ τύπου Paris-Dakar. Μόνο που το τελευταίο είναι πολύ πιο οικονομικό. Το ταξίδι στον Άρη κάποιος θα πρέπει να το χρηματοδοτήσει αδρά. Κάποιος ή κάποιοι θα πρέπει να πεισθούν ότι αξίζει τον κόπο να πληρώσουν γι’ αυτό οι λαοί ή κάποιοι υπέρμετρα πλούσιοι. Εξού και το ρέον αλμυρό ύδωρ των συνταρακτικών ανακοινώσεων, και ο επιχειρούμενος εντυπωσιασμός, ο στοχεύων στην συνεχιζόμενη χρηματοδότηση των πολυέξοδων διαστημικών προγραμμάτων. Τα οποία σημειωτέον θα συνεχίζονται, όχι τόσο γιατί οι εξουσιαστές της γης νοιάζονται για την προέλευση του φαινομένου της ζωής, όσο γιατί όποιος κατορθώσει να στήσει πρώτος τα άρματά του «εκεί ψηλά», μπορεί να εξουσιάζει τον δικό μας πλανήτη «εδώ κάτω», καλύτερα γι’ αυτόν και χειρότερα για όλους εμάς τους πολλούς.

Όμως το σύμπαν των δισεκατομμυρίων γαλαξιών, που ο καθένας τους εμπεριέχει δισεκατομμύρια ήλιους οι οποίοι περιβάλλονται συνολικά από εξίσου απειράριθμους πλανήτες, κρύβει πολλές εκπλήξεις, και σίγουρα δεν φτιάχτηκε μόνο και μόνο για να αποθεωθεί ο Βασίλης Λεβέντης με την είσοδό του στην Βουλή των Ελλήνων. Σίγουρα θα έχει κι άλλα πράγματα στο νου του που μάλλον δεν θα κατορθώσουμε να τα μάθουμε ποτέ.

 

Σε αναζήτηση του απωλεσθέντος Θεού

Χρίστος Γούδης
Καθηγητής Πανεπιστημίου

Άκουσα
ότι ειπώθηκε για το σύμπαν.
Τ΄άκουσα και το ξανάκουσα
για μερικές χιλιάδες χρόνια.
Μέχρις εδώ καλά ακούγεται.
Αυτό όμως είναι όλο κι όλο;

«Τραγούδι του εαυτού μου»
Ουώλτ Ουϊτμαν

 

Το ένστικτο αυτοσυντήρησης του ανθρώπου τού δημιουργεί πάντα την προσδοκία ότι «αύριο όλα θα πάνε καλύτερα». Στην προσπάθειά του να ισχυροποιήσει αυτή του την αισιόδοξη προοπτική επινοεί θεωρίες αυτοεπιβεβαίωσης και αυτοδυναμίας του, θεωρίες ισχυροποίησης της αυτοπεποίθησής του σε έναν κόσμο που μόλις άρχισε να γνωρίζει και που αρνείται να δεχτεί ότι δεν τον κατανοεί. Μέσα στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να αντιμετωπίζει κανείς, αν θέλει να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, όλες τις σύγχρονες επιστημονικές μυθοπλασίες, τις ερμηνευτικές των λεγόμενων παιδικών ερωτημάτων, των πιο δύσκολων δηλαδή ερωτημάτων που αυτόματα δημιουργούνται στην παιδική μας ακόμα ηλικία και που με μεγάλη αφέλεια εκστομίζουμε στους δικούς μας αναμένοντας μια σύντομη και πειστική απάντηση. Τί είναι Θεός; Πως βρεθήκαμε πάνω στη γη; Ποιός είναι ο σκοπός της ύπαρξής μας; Τι είναι ζωή; Πως δημιουργήθηκε; Τι είναι σύμπαν; Γιατί φτιάχτηκε και από ποιόν; Γιατί ζούμε και γιατί πεθαίνουμε;

Με τη λανθάνουσα έπαρση που υποκρύπτεται πίσω από την αίσθηση κυριαρχίας του ανθρώπου επί των άλλων μορφών ζωής στον πλανήτη μας και την αίσθηση της σταδιακής βαθύτερης κατανόησης και χειραγώγησης του περιβάλλοντος, ο «έμφρων» άνθρωπος (homo sapiens) θεωρεί εαυτόν ικανό να δημιουργεί «δήθεν» επιστημονικά απαντητικά σενάρια γύρω από τα μείζονα υπαρξιακά ερωτήματα που τον απασχολούν, και εν πολλοίς να αυτοσυγχαίρεται για την ικανότητά του να αυταπατάται. Όχι γιατί δεν είναι εντυπωσιακή η διαστολή της γνώσεως του ανθρωπίνου είδους η οποία ολοένα και αυξάνει με εκρηκτικό ρυθμό, αλλά γιατί αυτή του ακριβώς η εντυπωσιακή ικανότητα διεύρυνσης των γνώσεών του, τού καταδεικνύει ολοένα και περισσότερο, ολοένα και με πιο εντυπωσιακό τρόπο, το πόσο μικρός είναι μπροστά σ΄ ένα ολοένα και πιο μυστηριακό Σύμπαν. Γιατί η σφαιρική επιφάνεια των γνώσεών του που συνεχώς αυξάνει καθώς η σφαίρα συνεχώς διαστέλλεται, υπερκαλύπτεται πάντα από ένα εξωτερικό κέλυφος που σηματοδοτεί την «γνωστή άγνοια», μορφοποιώντας τα ερωτήματα των οποίων τις απαντήσεις δεν γνωρίζουμε ακόμη, ενώ έξω και πέραν από το κέλυφος πλανάται η ακόμη βαθύτερη «άγνωστη άγνοια», που με την σειρά της θα γίνει αύριο γνωστή μόλις επιλύσουμε τα ερωτήματα του σήμερα. Αυτό το «σύνδρομο της Λερναίας Ύδρας» που χαρακτηρίζει την κατάκτηση της γνώσης καθιστά όλες τις κοσμοθεωρητικές μας συλλήψεις προσωρινές, όπως ξανά και ξανά έχει αποδειχθεί μέσα από την ιστορική πορεία των επιστημών.

Κάτω από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να προσλαμβάνει κανείς τα τρέχοντα κοσμοείδωλα της εξέλιξης της ζωής και του σύμπαντος, των οποίων η προέλευση ανάγεται στην απηρχαιομένη πλέον υλιστική προσέγγιση της επιστήμης του 19ου αιώνα. Ο νόμος της αδράνειας τα κρατάει ακόμα κατ΄ όνομα ζωντανά σε ένα δευτεροκλασάτο αλλά μαζικό επιστημονικό κατεστημένο. Οι πρωτοπόροι όμως γνωρίζουν ότι ο καθρέφτης έχει ραγίσει και παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειες επανασυγκόλλησής του, σύντομα θα πρέπει να αντικατασταθεί. Το τι θα δούμε στον καινούργιο καθρέφτη κανείς μας ακόμα δεν το γνωρίζει. Κάποτε η επιστήμη, σύμφωνα με τον Νίτσε, ήταν εύθυμη. Σήμερα νοιώθει αμήχανη. Γιατί κι η ίδια νοιώθει, ακριβώς λόγω της βαθύτερης γνώσης που έχει πλέον για τα πράγματα ότι έχει ακόμη βαθύτερη άγνοια για το πράγμα καθεαυτό. Γιατί, για να χρησιμοποιήσω καντιανούς όρους, δεν είναι η «κατ΄ αίσθηση εποπτεία» των πραγμάτων αλλά «το πράγμα καθεαυτό» το ζητούμενο. Και το ζητούμενο συνεχίζει να ξεγλιστράει απ΄ τα χέρια μας σαν φίδι που εξαφανίζεται στην μαύρη τρύπα της βαθύτερης άγνοιάς μας. Αναμένοντας να το βγάλει από την τρύπα του κάποιος «από μηχανής Θεός».

Πάρτε για παράδειγμα την δαρβινική θεωρία της εξέλιξης. Μια επιστημονική θεωρία με υφέρπουσες κοινωνικές συνιστώσες, βασισμένη σε σημαντική επιστημονική τεκμηρίωση σχετικά με την παρατηρούμενη αυξανόμενη πολυπλοκότητα των πρόσφατα εμφανιζόμενων ειδών καθώς ανακαλύπτουμε τα απολιθώματά τους ανασκάπτοντας τα γεωλογικά στρώματα του παρελθόντος της γης. Το σενάριο του Δαρβίνου ότι πίσω από την παρατηρούμενη πολυπλοκότητα υποκρύπτεται η επιβίωση του ικανότερου μέσα από έναν συνεχή και γκροτέσκο ανταγωνισμό των ειδών δεν ισχύει πλέον. Ο μετεωρίτης που εξαφάνισε τους δεινόσαυρους μαζί με πολλά άλλα είδη ζωής πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια, τους δεινόσαυρους που κυριαρχούσαν στον πλανήτη μας για 150 εκατομμύρια χρόνια μη επιτρέποντας άλλα είδη να πάρουν κεφάλι, ήταν η αιτία της τελικής κυριαρχίας των θηλαστικών, μέσα από τα οποία ξεπήδησε ο πρόγονος του ανθρώπου πριν από 3 με 5 εκατομμύρια χρόνια. Ένα απρόσμενο κοσμικό ατύχημα κατέδειξε ότι δεν αρκεί να είσαι ο ικανότερος για να επιβιώσεις αλλά θα πρέπει να είσαι και τυχερός.

Φυσικά η θεωρία του Δαρβίνου παρουσιάζει μύρια όσα άλλα προβλήματα. Κάποια γνωστά από την εποχή που πρωτοαναπτύχθηκε, κάποια που προκύπτουν από τα νεώτερα δεδομένα επιστημών όπως η βιολογία, η αστροφυσική, η γεωλογία. Και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες επαναπροσαρμογής της ώστε να είναι συμβατή με τα συνεχώς μεταβαλλόμενα νέα στοιχεία, είναι τόσες οι διορθωτικές παρεμβάσεις που έχουν γίνει, ώστε να αδυνατεί κανείς να αντιληφθεί τι συνιστά πλέον εξέλιξη και που οφείλεται. Η απότομη άνθηση των ειδών μόλις πριν 570 εκατομμύρια χρόνια (Κάμβριος άνθησις) μετά από μακρά περίοδο εξελικτικής «σιγής» (τη στιγμή που η ζωή εμφανίζεται πολύ σύντομα, λίγο μετά την δημιουργία της Γης (η οποία τοποθετείται πριν από 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια) και συγκεκριμένα στα 3.8 δισεκατομμύρια χρόνια πριν, είναι ένα από τα προβλήματα αυτά. Ένα δεύτερο ιδιαίτερα σημαντικό πρόβλημα αναφορικά με την «συνέχεια» της εξέλιξης είναι ότι έκτοτε (αμέσως δηλαδή μετά την αιφνίδια ανθήση που συνέβη πριν από τα 570 εκατομμύρια χρόνια μέχρι σήμερα) η παρατηρούμενη εξέλιξη των ειδών συμβαίνει μόνο σε πολύ περιορισμένες χρονικές περιόδους, πρακτικά ανά 100 εκατομμύρια έτη. Ενώ κατά την διάρκεια αυτών των 100 εκατομμυρίων ετών που χωρίζουν τις ενεργές περιόδους βιολογικής ανθοφορίας παρατηρείται εξελικτικό τέλμα ή αλλοιώς «στάση» της εξέλιξης (εστιγμένη ισορροπία ή διακοπτόμενη εξέλιξη). Εξάλλου η πιθανότητα ότι οι διεργασίες της εξέλιξης των ειδών  οφείλονται σε γενετικές παρεμβάσεις αρχίζει πλέον να κερδίζει σταθερά έδαφος δημιουργώντας καινούργιες ανατροπές, δεδομένου ότι η θεωρία της εξέλιξης, όπως την εννοούσε τουλάχιστον ο Δαρβίνος, ήταν βασισμένη στον ανταγωνισμό μεταξύ ειδών που δεν είχαν την δυνατότητα της μεταξύ τους επιμιξίας και αναπαραγωγής. Επιπλέον, η θεωρία του Δαρβίνου, η οποία εισήγαγε την αβιογενετική προέλευση της ζωής στη Γη, βάλλεται σήμερα και ως προς αυτό το σημείο, αφενός λόγω της πειραματικής αδυναμίας επιβεβαίωσής της και αφετέρου λόγω των ευρημάτων της σύγχρονης αστροφυσικής που καθιστά το σενάριο της εξωγήϊνης προέλευσής της εξίσου πραγματιστικό. Τα τεράστια μεσοαστρικά νέφη του Γαλαξία μας, μέσα στα οποία έχουν εντοπισθεί πεπλεγμένες οργανικές ενώσεις, φαίνεται να διεκδικούν σοβαρά την μετατόπιση του λίκνου της ζωής, από τον πλανήτη μας στον μεσοαστρικό χώρο.

Την ίδια και χειρότερη εικόνα  παρουσιάζουν σήμερα  και τα σενάρια της σύγχρονης κοσμολογίας τα οποία διατείνονται ότι θα μας αποκαλύψουν την αρχή (αλλά όχι και την αιτία) του σύμπαντος κόσμου. Μέσα από παρατηρησιακά δεδομένα που συνεχώς αλλάζουν την έκταση και το περιεχόμενο τού κατά καιρούς θεωρούμενου σύμπαντος, ξεκινώντας από το γεωκεντρικό μοντέλο του Πτολεμαίου της ελληνιστικής εποχής (180 μ.Χ.), όπου η Γη ήταν το κέντρο του σύμπαντος και όλα τα άλλα ουράνια σώματα περιφέρονταν γύρω της εξασκώντας και τις αστρολογικές τους επιδράσεις – οι οποίες, όπως και η ανθρώπινη βλακεία, δεν πεθαίνουν ποτέ –  φθάσαμε μετά από 14 αιώνες (1543 μ.Χ.) στο ηλιοκεντρικό σύμπαν του Κοπέρνικου (το βασισμένο στην διορατικότητα του Αρίσταρχου), δηλαδή στην κυριαρχία του Ήλιου. Για να καταλάβουμε στη συνέχεια, στις αρχές του 20ου αιώνα, ότι και αυτός δεν ήταν παρά ένα ασήμαντο άστρο μέσα στα τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια άστρα που αποτελούν τον ουράνιο δίσκο που ακούει στο όνομα ο «Γαλαξίας» μας. Και ακόμα χειρότερο, μεσούντος του 20ου αιώνα να συνειδητοποιήσουμε ότι και αυτός ο τεράστιος Γαλαξίας μας δεν είναι παρά ένας από τα 100 ή και περισσότερα δισεκατομμύρια γαλαξιών που απαρτίζουν το γνωστό σύμπαν. Τα οποία μάλιστα, δομημένα σε σμήνη και υπερσμήνη γαλαξιών, μετέχουν σε μία συνεχή διαστολή, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάποτε όλο αυτό το κοσμικό βεγγαλικό ξεκίνησε από μία μεγάλη έκρηξη.

Έτσι, παίζοντας play back την ταινία της δημιουργίας του σύμπαντος, με τον ίδιο τρόπο που ξαναστήνουμε όρθιους τους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης γυρίζοντας ανάστροφα την ταινία της πτώσεώς τους, προσπαθούμε να αναχθούμε στο σημείο μηδέν του σύμπαντος, όπου τα πάντα ήταν εγκλωβισμένα, πριν από 14 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια, σ΄ αυτό το μυστηριακό μαθηματικό σημείο, και μάλιστα αρμονικά συναγμένα με μεγάλη τάξη, γιατί από τη στιγμή που ξεχύθηκαν συνοδεύονται από αύξουσα αταξία, αυτό που στην φυσική ονομάζουμε εντροπία, παρά τις «παρασιτικές» πολύπλοκες δομές, όπως η ζωή, που εμφανίζονται προσωρινά, απορροφώντας ενέργεια και ύλη από τον περιβάλλοντα χώρο. Αυτό το λιλιπούτειο ορφικό αυγό της σύγχρονης κοσμολογίας δεν γεννά μόνο την ύλη και την ακτινοβολία αλλά και τον χώρο και τον χρόνο. Όλα αυτά είναι μέσα του. Όλη αυτή η μάζα κι η ενέργεια που είναι σήμερα ξεχυμένη εδώ κι εκεί βρίσκονταν κάποτε συμπιεσμένη σ΄ αυτό το κοσμικό αυγό. Ο μακρόκοσμος που παρατηρούμε σήμερα ξεκίνησε κάποτε από έναν μικρόκοσμο. Έναν δηλαδή διαφορετικό κόσμο που έπρεπε να διαρραγεί, σαν το ορφικό αυγό, για να βγεί από μέσα του ο «θαυμάσιος καινούργιος κόσμος» στον οποίο ζούμε και τον οποίο βιώνουμε.

Τη σημερινή μορφή του μακρόκοσμου, που ελέγχεται από τη δύναμη της βαρύτητας, την αντιλαμβανόμαστε, όσο και όποιοι την αντιλαμβάνονται, μέσα από την γενική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάϊν, ο οποίος λίγο πολύ μας λέει ότι πρακτικά είμαστε σχιζοφρενείς διότι αντιλαμβανόμαστε ξεχωριστά τον τρισδιάστατο χώρο από τον χρόνο, που δεν είναι παρά η τέταρτη διάσταση ενός χωροχρονικού συνεχούς που κακώς δεν το νοιώθουμε. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αναγωγή μας σε χώρους περισσοτέρων διαστάσεων αλλοιώνει θεμελιώδεις έννοιες, όπως για παράδειγμα την έννοια της «τύχης». Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση είναι η «τυφλή» σύγκρουση δύο οχημάτων σε διασταύρωση (δύο δηλαδή οντοτήτων που κινούνται σε μία δισδιάστατη επιφάνεια) η οποία αποδίδεται από τους οδηγούς τους στην κακή τους «τύχη», σε αντιδιαστολή με τον πιλότο ελικοπτέρου που υπερίπταται παρατηρώντας την σκηνή αφ΄ υψηλού στον τρισδιάστατο χώρο στον οποίο κινείται, και που προβλέπει την σύγκρουσή τους πριν να συμβεί, λόγω της δυνατότητας που έχει να παρατηρεί από ψηλά την δυναμική των δύο οχημάτων πριν να βρεθούν στην «μοιραία» διασταύρωση, και για τον οποίο το συμβάν είναι προδιαγεγραμμένο από τους νόμους της φυσικής και καθόλου «τυχαίο».

Τον μικρόκοσμο όμως του κοσμικού αυγού θα πρέπει να τον κατανοήσουμε μέσα από τη «ζεύξη» αυτής της θεωρίας της γενικής σχετικότητας με την κβαντομηχανική, η οποία ελέγχει τα τεκταινόμενα στον απείρως περιορισμένο χώρο του μικρόκοσμου, όπου κυριαρχεί η αβεβαιότης, η αναιτιότης και η απουσία του βέλους του χρόνου, της ροής του δηλαδή από το παρελθόν προς το παρόν και το μέλλον. Ταξείδια στο μέλλον μπορούμε να κάνουμε και στον μακρόκοσμο αρκεί να καταφέρουμε να τρέχουμε όπως και το φως. Τα ρολόγια των ταξιδευτών που «τρέχουν γρήγορα», σύμφωνα με την ειδική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάϊν, «πάνε αργά». Έτσι όταν μετά από ένα τέτοιο διαστημικό ταξειδάκι – που γι αυτούς θα έχει κρατήσει ένα χρόνο –  επιστρέψουν στη γη, εδώ θα έχουν περάσει, ας πούμε, εκατό χρόνια, και άρα στην επιστροφή τους θα επισκέπτονται μια μελλοντική γη.

Προς το παρόν όμως ας επιστρέψουμε στον μικρόκοσμο του κοσμικού αυγού. Στην προσπάθεια σύζευξης των δύο αυτών θεωριών της φυσικής που ερμηνεύουν ικανοποιητικά αλλά χωρίς να επικοινωνούν μεταξύ τους τον μακρόκοσμο και τον μικρόκοσμο αντιστοίχως, μας προέκυψε η θεωρία των χορδών, η οποία διατείνεται ότι μας διαφεύγει η πραγματική πραγματικότης γιατί δεν είχαμε αντιληφθεί ότι αυτή λαμβάνει χώρα σε 11 (έντεκα!) διαστάσεις και ότι εκεί κάθε σωματίδιο παίζει το δικό του μικρό βιολάκι με τη δική του χορδή. Και ότι το σύμπαν τελικά δεν είναι παρά ένα από τα πολλά σύμπαντα ενός «πολυσύμπαντος». Και ότι το δικό μας σύμπαν έτυχε να χαρακτηρίζεται από τέτοιες φυσικές σταθερές ώστε να δημιουργηθεί ζωή, δηλαδή «εμείς» (η λεγόμενη ανθρωπική αρχή). Και ότι η προέλευση του πολυσύμπαντος είναι ιδιαίτερα απλή, προέρχεται από τον «κβαντικό αφρό» που είναι κενό γεμάτο ενέργεια και δίκην εκτοπλάσματος υλοποιείται. Και όλα αυτά πέραν της καινοφανούς απόψεως ότι τελικά αυτό που προσλαμβάνουμε ως τρισδιάστατο χώρο του σύμπαντος δεν είναι παρά πληροφορία καταγεγραμμένη σε μια δισδιάστατη μεμβράνη που δίκην ολογράμματος, δίκην δηλαδή ενός σχεδίου αποτυπωμένου μέσα από διεργασίες συμβολής του φωτός σε φίλμ, μας δημιουργεί την ψευδαίσθηση του τρισδιάστατου χώρου κάτω από τον κατάλληλο φωτισμό (ολογραφικό σύμπαν), κάτι ανάλογο με την δισχιδή ερμηνεία ενός στερεογράμματος από τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Δεν ξέρω πως νιώθετε εσείς εγώ πάντως έχω την αίσθηση ότι αντιλαμβάνομαι πλέον πλήρως το τι σημαίνει «να καταπίνεις την κάμηλον και να διϋλίζεις τον κώνωπα». Όπως επίσης και τι εννοούσε ο ποιητής των «φύλλων της χλόης» όταν έλεγε:

Καθώς τον άκουγα τον σπουδαγμένο αστρονόμο
κι έβλεπα να απλώνει στη σειρά μπροστά μας τις αποδείξεις
και τα σχήματα, τα διαγράμματα και τα γραφήματά του
να τα προσθέτει, να τα διαιρεί, να τα μετρά...

Καθώς τον άκουγα να δίνει διάλεξη μέσα
στα ζωηρά χειροκροτήματα του ακροατηρίου

Γρήγορα κι ανεξήγητα βαρέθηκα κι αρρώστησα
μέχρι που γλίστρησα έξω απ΄ την αίθουσα
να περπατήσω μόνος μου στη μυστική δροσιά
του βραδινού αέρα και που και που
να ρίξω μια ματιά σιωπηλός στ΄ αστέρια.

Βέβαια στην αργκό των επιστημών υπάρχουν διακρίσεις. Υπάρχουν οι σκληρές και οι μαλακές επιστήμες. Πολλές από αυτές είναι εύκολα να τις κατατάξει κανείς από την ονομασία τους. Αυτές που τελειώνουν σε  -ική, -ικά, -νομία, και τα συναφή, όπως για παράδειγμα φυσική, αστροφυσική, ηλεκτρονική, ιατρική, μαθηματικά, αστρονομία,  ηθική, ενέχουν αυστηρότητα και πραγματισμό, αυτές που τελειώνουν σε -λογία, όπως ψυχολογία, φιλολογία, κοινωνιολογία, μετεωρολογία, σεισμολογία, κοσμολογία, οικονομολογία, θεολογία, το συζητάνε το πράγμα, τα λόγια δηλαδή δίνουν και παίρνουν, όχι λόγω της έλλειψης αυστηρότητος των επιστημονικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται ή της έλλειψης ευφυών προσεγγίσεων (το αντίθετο μάλιστα), αλλά λόγω της φύσεως του πεδίου με το οποίο ασχολούνται. Όπως κι αν έχει το πράγμα ένα συμπέρασμα είναι σαφές. Η σύγχρονη επιστήμη στα ερμηνευτικά της σχήματα κινείται με βάση όχι την ορατή ύλη, αλλά το άϋλο και το αόρατο ή και το σκοτεινό. Αρκεί να λεχθεί ότι η παρατηρούμενη διαστολή του σύμπαντος μας αναγκάζει να δεχθούμε την κυριαρχική παρουσία σ΄ αυτό μιας  άγνωστης και αόρατης σκοτεινής ύλης και ενέργειας, σε ποσοστό 25% και 70% του συνολικού περιεχομένου του σύμπαντος αντιστοίχως. Κάτι ανάλογο ίσως με το μαύρο ή το άϋλο χρήμα της σύγχρονης οικονομίας της διαπλοκής και των θεσμικών τοκογλύφων. Σε τελευταία ανάλυση το χρήμα είναι ενέργεια.

Εδώ όμως δεν τελειώνει η ιστορία. Γιατί εδώ αρχίζουν τα δύσκολα Και τα δύσκολα είναι στο μήνυμα που εμπεριέχει όλη αυτή η επιστημονική θέαση των πραγμάτων. Είναι μια θέαση και μια προσπάθεια κατανόησης απ΄ όπου ο Θεός είναι απών. Ορθώς είναι απών γιατί η επιστήμη από τη φύση της και εξ ορισμού κινείται μέσα από δυνάμεις όχι του καλού και του κακού, αλλά από δυνάμεις βαρύτητας, ηλεκτρομαγνητικές, ατομικές, και πυρηνικές, για να κατανοήσει και να χειραγωγήσει τα φαινόμενα και τα δρώμενα που εμπίπτουν στην ανθρώπινη σφαίρα επιρροής, «πέραν του καλού και του κακού», δηλαδή ανεξάρτητα από την παρουσία μιας ηθικής τάξεως. Το θέμα είναι τι γίνεται έξω από αυτήν την σφαίρα και ποιος ορίζει τα όριά της.

Κατ΄ αρχάς, και παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα,  η αίσθηση του υπερβατικού και η εμφάνιση του θρησκευτικού αισθήματος αναπτύσσονται στον ήδη εξελιγμένο άνθρωπο (τον άνθρωπο του Νεάντερταλ και τον homo sapiens) σχετικά πρόσφατα (σε μία περίοδο που τοποθετείται κάπου 200.000 έως 25.000 χρόνια πριν), όπως συνάγεται από την εύρεση κτερισμάτων σε τάφους, που υποδηλώνουν προσδοκία άλλης ζωής, αλλά και από τις μελέτες κρανίων από τα οποία μετράται ο όγκος της φαιάς ουσίας των μετωπικών λοβών του εγκεφάλου, ο οποίος σηματοδοτεί την απαιτούμενη προηγμένη «προθετική ικανότητα» του ανθρώπου, τον απαιτούμενο δηλαδή βαθμό παλυπλοκότητας των συλλογισμών του για να εκδηλωθεί η πρόθεσή του για ανάπτυξη θρησκευτικών δραστηριοτήτων (προθετική ικανότητα πέμπτης τάξεως σε αντίθεση με την πλειοψηφία των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων για τις οποίες είναι αρκετή προθετική ικανότητα δευτέρας και τρίτης τάξεως). Πέραν αυτών, η χαρτογράφηση συγκεκριμένης δραστηριότητας του εγκεφάλου κατά την διάρκεια καταστάσεων θρησκευτικής εκστάσεως καταδεικνύει την ιδιαιτερότητα του θρησκευτικού αισθήματος (νευροθεολογία). Το εάν φυσικά την στιγμή εκείνη ο εγκέφαλος εμφανίζει την συγκεκριμένη δραστηριότητα λόγω έξωθεν επεμβάσεως ή είναι αποτέλεσμα απόκλισης από την «φυσική» του λειτουργία παραμένει αναπάντητο.

Το βέβαιο είναι ότι η ανάπτυξη του θρησκευτικού αισθήματος εμφανίζει πλεονεκτήματα επιβίωσης του ανθρώπου διότι παρέχει μιαν ερμηνευτική δομή του σύμπαντος κόσμου τον οποίο εφοδιάζει με σκοπό και εντελέχεια, προσδίδει μία αισιόδοξη διάσταση στην αποδοχή της ζωής (σε κάνει να νοιώθεις καλύτερα, σε ντοπάρει με το «όπιο των μαζών» κατά τον Μαρξ), παρέχει και επιβάλλει έναν ηθικό κώδικα σταθεροποιητικό της κοινωνικής τάξεως, και δημιουργεί αισθήματα κοινοτισμού και αδελφοποίησης με ανθρώπους ιδίων πεποιθήσεων δρώντας ως κοινωνικό συγκολλητινογόνο μιας ομάδας ανθρώπων η οποία έτσι ισχυροποιεί την παρουσία της έναντι εξωτερικού εχθρού. Πέραν αυτού η πίστη στον Θεό σε ατομικό επίπεδο έχει λειτουργικά πλεονεκτήματα επιβίωσης, όπως δείχνουν οι στατιστικές και ως προς την μακροβιότητα και ως προς την καλύτερη υγεία αλλά και την ταχύτερη αποθεραπεία σε μία σειρά ασθενειών. Ανεξαρτήτως όμως όλων αυτών, η τάση του ανθρώπου για απελευθέρωση από την κυριαρχία του Θεού (και κυρίως των επί της γης εκπροσώπων του) εκφράσθηκε ευκρινώς στην επιστήμη και την φιλοσοφία του 19ου αιώνα – που κυριάρχησε και κατά τον 20ο –  μέσα από τον υλισμό του Μαρξ, του Δαρβίνου, αλλά και την αθεϊα φιλοσόφων οι οποίοι προσυπέγραφαν αφοριστικά τις απόψεις τους, όπως το κλασικό «ο Θεός πέθανε, Νίτσε». Σήμερα στις αρχές του 21ου αιώνα, με την επάνοδο του άϋλου και του αόρατου στην ερμηνευτική βάση των επιστημών, αλλά και της κινούμενης κοσμοθεωρητικής τους άμμου, αρχίζει να διαφαίνεται η αναστροφή αυτής της τάσεως, σύμφωνα και με το γνωστό ανέκδοτο περί της επιγραφής που βρέθηκε έξω από το σπίτι του Νίτσε αμέσως μετά τον θάνατό του: «ο Νίτσε πέθανε, Θεός».

Το θέμα είναι τι είδους Θεός είναι αυτός που ενδέχεται να επανακάμψει και τι είδους ανθρώπους θα βρει στη γη σήμερα. Καταρχάς η παρουσία του παραδοσιακού Θεού ως Δημιουργού, διατηρεί τα λαϊκά της ερείσματα ακόμα και στις Δυτικές κοινωνίες, όπως δείχνουν οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αλλά και στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τις οποίες η πλειοψηφία του πληθυσμού πιστεύει ότι πίσω από την δημιουργία και την εξέλιξη του ανθρώπου βρίσκεται άμεσα ή έμμεσα ο Θεός. Επιπλέον η αδυναμία πειστικής ερμηνείας της δημιουργίας της ζωής μέσα από «τυχαίες» αυτοοργανώσεις χημικών στοιχείων, ιδιαίτερα μετά την αποκάλυψη της ιδιαίτερα πυκνής και αυστηρά δομημένης «πληροφορίας» που εμπεριέχει ο πυρήνας ενός απλού ευκαρυωτικού κυττάρου, πρακτικά της παρουσίας μέσα του ενός πολύπλοκου μικρού ηλεκτρονικού υπολογιστή, ή ενός μικρού έμβιου εγκεφάλου, θέτει επί τάπητος την εικοτολογία περί έξωθεν υπάρχοντος αρχιτεκτονικού σχεδίου (γνωστού στην Αμερική ως «ευφυούς σχεδίου»), με την συλλογιστική ότι το να λέμε πως μια τέτοια δομή φτιάχτηκε από «τύχη» είναι σαν να λέμε ότι θα μαζέψουμε σε έναν σωρό ανακατεμένα όλα τα εξαρτήματα ενός αεροπλάνου και θα περιμένουμε να έρθει ένας ανεμοστρόβιλος, να τα συμπαρασύρει ψηλά, και αυτό που θα πέσει στο έδαφος θα είναι ένα αεροπλάνο έτοιμο να πετάξει.

Αν πάντως το αρχιτεκτονικό σχέδιο του κυττάρου φτιάχτηκε από τον Θεό, σίγουρα μιλάμε για έναν μεταλλαγμένο γενετιστή Θεό που δεν ανακατεύεται με πηλούς και λάσπες για να φτιάξει τον Αδάμ αλλά με γενετική μηχανική, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, θεωρητική φυσική και γενικώς έναν Μεταθεό, του οποίου η παντογνωσία και παντοδυναμία γίνεται αισθητή μέσα από τα παράθυρα του οικοδομήματος της επιστήμης. Άλλωστε το κυρίαρχο είδος που θα συναντήσει στον πλανήτη μας δεν θα είναι ο homo sapiens, αλλά ο homo biodigitalis economicus, ο «βιοψηφιακός χρηματάνθρωπος», ένα άψυχο βιοτεχνολογικό ον, κράμα κλωνοποίησης, γενετικής παρέμβασης, και ηλεκτρονικών μικροτσίπ, καθισμένο μπροστά στο μόνιτορ, συνδεδεμένο με το διαδίκτυο να παρακολουθεί τις διακυμάνσεις των μετοχών τών ανά τον κόσμο χρηματιστηρίων.

Μέσα σε μια τέτοια μεταεπιστημονική ατμόσφαιρα όπου η κυριαρχία των βιοψηφιακών χρηματανθρώπων θα πλανάται δικτυωμένη υπό μορφή μιας κακόβουλης συλλογικής ευφυίας, θεωρώντας τον homo sapiens σαν μια μορφή υπανθρώπου κολλημένου σε ηθικές αρχές που τον εμποδίζουν να εξελιχθεί σε μετάνθρωπο της αμοραλιστικής διαπλοκής, το κλίμα θα είναι ώριμο για μια ηθική επανάσταση. Ότι ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου (Παύλος, προς Εφεσίους). Γιατί όσο η καντιανή λογική διατηρείται ζωντανή μέσα από την βαθύτερη ανθρώπινη προσδοκία ότι «στο τέλος θα νικήσει το καλό και το δίκαιο» (am Ende siegt das Recht), τόσο οι  εξάγγελοι συνθημάτων παρόμοιων με το «θα γκρεμίσω τον ναό και σε τρεις μέρες θα τον ξαναχτίσω», θα βρίσκουν ώριμο έδαφος για σπορά.

Καθήκον μας είναι, μέχρι να έρθει η «ώρα της αλήθειας», να φροντίζουμε το έδαφος να είναι έτοιμο για σπορά. Ώστε ο κόκκος σινάπεως γρήγορα να ριζώσει βαθειά. Και το «δέντρο της γνώσης» σύντομα να μετατραπεί σε «δέντρο ζωής» γεμάτο πνευματικούς καρπούς.

 

 

Το   Σύμπαν  

Χρίστος Γούδης
Καθηγητής Πανεπιστημίου

 

Νυν το περίβλημα της Γης
Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα
Νυν νυν το μηδέν
Και αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!


Πέραν αυτής της ποιητικής προσέγγισης του Οδυσσέα Ελύτη από το «Άξιον εστί», που αποδίδει με ενάργεια, λιτότητα και αστρονομική πολυσημία την βαθύτερη σχέση του εφήμερου με την αιωνιότητα, αλλά και την μεγαλοσύνη των μικρών σε σχέση  με την ασημαντότητα της ύπαρξης, χρονικά και χωρικά, πάντα θα μένουν χαραγμένα στη μνήμη μου τα καταληκτικά λόγια ενός μεγάλου της ρωσικής λογοτεχνίας στο έργο του «Η Λευκή Φρουρά», μέσα από το οποίο, καθώς το διάβαζα όταν ήμουν ακόμα στην εφηβία, βίωσα τις επιπτώσεις μιας δραματικής κοινωνικής αναταραχής στη ζωή των καθημερινών ανθρώπων:

«Όλα θα περάσουν. Τα βάσανα, οι πόνοι, το αίμα, η πείνα, οι αρρώστειες. Το σπαθί θα εξαφανισθεί, όμως τα άστρα θα μείνουν, ακόμα κι όταν τα χνάρια απ΄ τα κορμιά και τις πράξεις μας θάχουνε σβήσει από τη γη. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη το ξέρει. Τότε λοιπόν γιατί δε θέλουμε να στρέψουμε το βλέμμα μας επάνω τους; Γιατί ;»

Τα άστρα σαν καταφυγή και απόδραση από μια ζοφερή γήϊνη πραγματικότητα ήταν η εικόνα που πρόβαλε εκείνη τη στιγμή μπροστά μου. Τα άστρα σαν βασίλειο μιας αιώνιας παρουσίας. Σαν πλαίσιο σταθερότητας μπροστά σε μια συνεχή ροή ανατροπής ενός κοινωνικού καταστημένου. Είναι η εικόνα αυτή αληθινή; Για την ανθρώπινη χρονική κλίμακα ναι, για την αστρική, όχι.

***

Η αστρονομία είναι ίσως ο μοναδικός κλάδος της επιστήμης που διατηρεί την επικαιρότητά του από την εμφάνιση του ανθρώπινου πολιτισμού μέχρι σήμερα. Δεν θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι το ενδιαφέρον του ανθρώπου για τα άστρα είναι ταυτισμένο με την ίδια του την υπόσταση ως διαφοροποιημένου νοήμονος όντος που «θεωρεί τα άνω». Αυτή η ιδιόμορφη τάση του (που κατά πολλούς περικλείεται και στην ετυμολογία της λέξεως άνθρωπος) είναι ίσως η πιο καθοριστική ιδιότητα της όλης εξελικτικής του πορείας. Είναι η ιδιότητα που τον κάνει να βλέπει τον εαυτό του από μία ευρύτερη σκοπιά, σε σχέση με ένα σημείο αναφοράς που συνέχεια αλλάζει και απομακρύνεται μέσα στον Χώρο και στον Χρόνο. Η συνεχής επανεκτίμηση της θέσεως του ανθρώπου μέσα στον ευρύτερο Κοσμικό Χώρο, που έρχεται σαν αποτέλεσμα των αστρονομικών μελετών, έχει καθοριστικό χαρακτήρα στη διαμόρφωση της γενικότερης φιλοσοφίας του, επιτρέποντάς τον να ξεφύγει από τα δεσμά και τις παγίδες της καθημερινότητας, από τον περιορισμένο ορίζοντα της ενασχόλησής του με τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας ή των πανταχού παρόντων τηλεοπτικών παραθύρων. Χάρη στα επιτεύγματα της αστρονομίας αποκτά κανείς την εποπτεία των πραγμάτων μέσα από τη θέα του αητού και όχι του βατράχου. Αυτή την πανοραμική θέα θα προσπαθήσω να σας κοινωνήσω σταδιακά, προσεγγίζοντάς την ιστορικά, και οριοθετώντας την μέσα από τα υπαρξιακά ερωτήματα που ανακύπτουν από το σοκ της επαφής μας μαζί της.   

Ο άνθρωπος της εποχής του Πτολεμαϊκού Σύμπαντος, του μικρού γεωκεντρικού κόσμου, είναι ο άνθρωπος-κατακτητής, ο άνθρωπος ο γεμάτος εμπιστοσύνη στο μεγαλείο του εαυτού του, ο εγωκεντρικός κυρίαρχος της Γης. Ο άνθρωπος της εποχής του Κοπέρνικου αρχίζει να κλονίζεται. Η Γη δεν είναι πια το κέντρο του Σύμπαντος, αλλά ένα σώμα που κινείται γύρω από κάτι πιο σημαντικό (πιο ζωντανό ίσως), τον Ήλιο. Το κίνημα της εκθρόνισης της Γης από το κέντρο του Σύμπαντος χρειάσθηκε τον ιστορικό του χρόνο για να εκδηλωθεί και να επικρατήσει. Γιατί η ευρύτερη αποδοχή επαναστατικών αντιλήψεων που αλλάζουν τον κατεστημένο τρόπο πρόσληψης των πραγμάτων, είναι αποτέλεσμα μίας συλλογικής ανθρώπινης ωριμότητας, που για να επιτευχθεί χρειάζεται ένα μακρό χρονικό διάστημα. Διαφορετικά δεν θα μπορούσε κάποιος να εξηγήσει, πώς η πρωτοπόρος σύλληψη του Αρίσταρχου που έζησε τετρακόσια περίπου χρόνια πριν από τον Πτολεμαίο («τά μέν απλανέα τών άστρων καί τόν ήλιον μένειν ακίνητον, τήν δέ γήν περιφέρεσθαι περί τόν ήλιον κατά κύκλου περιφέρειαν»), κυριολεκτικά αγνοήθηκαν από τους ανθρώπους της εποχής του, για να γίνει αποδεκτή μετά από χίλια οκτακόσια χρόνια, με την επανεισαγωγή της από τον Κοπέρνικο, που σημειωτέον ήταν γνώστης και θαυμαστής της θεωρίας του Αριστάρχου.

Το έργο του Κοπέρνικου το δημοσιευμένο πρακτικά τη στιγμή του θανάτου του το 1543 φέρει τον λατινικό τίτλο De Revolutionibus Orbium Coelestium: «Περί της Περιφοράς των Ουρανίων Σφαιρών» δηλαδή των πλανητών. Η υπαρξιακή ανατροπή που προκάλεσε στο χώρο του πνεύματος ήταν τόσο συγκλονιστική ώστε η λέξη Revolutio από την αρχική ψυχρή αστρονομική της έννοια τη σημαίνουσα «περιφορά», απέκτησε τον ηφαιστειακό δυναμισμό της, που συνοδεύει την καθιερωμένη πλέον φορτισμένη έννοια της στις λατινογενείς και αγγλοσαξωνικές γλώσσες, την έννοια της «Επανάστασης». Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας επιστημονικής αρχικά λέξεως που ξεπερνά το πρωτογενές της νόημα και, λόγω της ανατρεπτικότητας που προκαλεί στο χώρο των ιδεών της επιστήμης, επεκτείνεται νοηματικά για να καλύψει σεισμικά και ηφαιστειακά κοινωνικά φαινόμενα μείζονος ιστορικής σημασίας.

Ο άνθρωπος της σύγχρονης εποχής έχει πλέον κυριολεκτικά συρρικνωθεί στις ασήμαντες κοσμικές διαστάσεις του. Ακόμη και ο Ήλιος δεν είναι πια παρά ένα κοινό αστέρι μέσα στον ασύλληπτο αριθμό των αστεριών του Γαλαξία, ένα αστέρι μέσα στα πολλά δισεκατομμύρια. Και ο Γαλαξίας δεν είναι, παρά ένας κοσμικός κόκκος μέσα σε πολλά δισεκατομμύρια γαλαξίες του γνωστού σε μας Σύμπαντος. Μέσα σ’ αυτό τον αχανή σε έκταση χώρο, η σύλληψη της έννοιας άνθρωπος αρχίζει να γίνεται δύσκολη. Ο εκθρονισμένος, απομυθοποιημένος σημερινός άνθρωπος, κοιτά τον εαυτό του σε σχέση με τα σημερινά κοσμικά δεδομένα και διερωτάται για την έννοια της υπόστασής του. Ο Κόσμος ολόγυρά του έχει δραματικά αλλάξει, από τον πρώτο κοσμικό συνοικισμό του Πτολεμαίου και το μικρό στατικό, επαρχιακό Σύμπαν του Κοπέρνικου, στο απρόσωπο αχανές Σύμπαν του σήμερα. Το καλοφτιαγμένο, μονότονο μηχανικό ρολόϊ παραχώρησε τη θέση του σε έναν νευρικό κοσμικό οργανισμό που γεννιέται, εξελίσσεται και πεθαίνει.

 Η γνώση της φύσης και ιδιαίτερα η συνειδητοποίηση της συγκρότησής της σε μείζονα κλίμακα, δρα καταλυτικά στον τρόπο θέασης όλων των προβλημάτων μας. Η υπέρβαση μιας εγωκεντρικής πραγματικότητας, από το γεωκεντρικό  στατικό Σύμπαν των άστρων που πλάσθηκαν σαν στολίδια για να κοσμούν τον άνθρωπο, στο ηλιοκεντρικό μηχανικό Σύμπαν – με την Γη ως μείζονα περιφερόμενη επαρχία γύρω από τον Ήλιο – και στη συνέχεια στο σύγχρονο οργανικό εξελισσόμενο Σύμπαν των πολλών δισεκατομμυρίων γαλαξιών με τον κάθε γαλαξία να περιέχει πολλά δισεκατομμύρια ήλιους, και ποιός ξέρει πόσους πλανήτες, και ποιός ξέρει πόσες μορφές ζωής, διαμορφώνει την εικόνα μιας Γης μεγέθους κόκκου κοσμικής σκόνης, και ενός ανθρώπου αδύναμου μπροστά σ΄ αυτήν την αποκαλυπτική εικόνα και συνάμα δυνατού στην ικανότητα κατανόησης  και σε κάποιο βαθμό χειραγώγησής της.

Η ιστορική αυτή διαστολή που υφίσταται το Σύμπαν ως αντανάκλαση της διαστολής της γνώσης και της συνειδητότητας της μείζονος, και παράλληλα διαστελλόμενης αριθμητικά, ανθρωπότητας μέσα στην ιστορική της πορεία στο χρόνο, στηρίζεται σε απτά παρατηρησιακά δεδομένα. Και είναι τα δεδομένα αυτά που συνεχώς αλλάζουν την έκταση και το περιεχόμενο τού κατά καιρούς θεωρούμενου Σύμπαντος, για να αντιληφθούμε, στις αρχές του 20ου αιώνα, ότι ο Ήλιος δεν ήταν παρά ένα ασήμαντο άστρο μέσα στα τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια άστρα που αποτελούν τον ουράνιο δίσκο που ακούει στο όνομα ο «Γαλαξίας» μας. Και ακόμα χειρότερο για τον γήϊνο εγωϊσμό μας, μεσούντος του 20ου αιώνα, να συνειδητοποιήσουμε ότι και αυτός ο τεράστιος Γαλαξίας μας δεν είναι παρά ένας από τα 100 ή και περισσότερα δισεκατομμύρια γαλαξιών που απαρτίζουν το γνωστό Σύμπαν. Τα οποία μάλιστα, δομημένα σε σμήνη και υπερσμήνη γαλαξιών, μετέχουν σε μία συνεχή φυσική αυτήν την φορά, και όχι ιστορική, διαστολή, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάποτε όλο αυτό το κοσμικό βεγγαλικό ξεκίνησε από μία μεγάλη έκρηξη.

Έτσι, παίζοντας play back την ταινία της δημιουργίας του Σύμπαντος, με τον ίδιο τρόπο που ξαναστήνουμε όρθιους τους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης γυρίζοντας ανάστροφα την ταινία της πτώσεώς τους, προσπαθούμε να αναχθούμε στο σημείο μηδέν του Σύμπαντος, όπου τα πάντα ήταν εγκλωβισμένα, πριν από 14 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια, σ΄ αυτό το μυστηριακό μαθηματικό σημείο, και μάλιστα αρμονικά συναγμένα με μεγάλη τάξη, γιατί από τη στιγμή που ξεχύθηκαν συνοδεύονται από αύξουσα αταξία, αυτό που στην φυσική ονομάζουμε εντροπία, παρά τις «παρασιτικές» πολύπλοκες δομές, όπως η ζωή, που εμφανίζονται προσωρινά, απορροφώντας και αξιοποιώντας πληροφορία, ενέργεια, και ύλη από τον περιβάλλοντα χώρο. Αυτό το λιλιπούτειο ορφικό αυγό της σύγχρονης κοσμολογίας δεν γεννά μόνο την ύλη και την ακτινοβολία αλλά και τον χώρο και τον χρόνο. Όλα αυτά είναι μέσα του. Όλη αυτή η μάζα κι η ενέργεια, που είναι σήμερα ξεχυμένη εδώ κι εκεί, βρίσκονταν κάποτε συμπιεσμένη σ΄ αυτό το κοσμικό αυγό. Ο μακρόκοσμος που παρατηρούμε σήμερα ξεκίνησε κάποτε από έναν μικρόκοσμο. Έναν δηλαδή διαφορετικό κόσμο που έπρεπε να διαρραγεί, σαν το ορφικό αυγό, για να βγεί από μέσα του ο «θαυμάσιος καινούργιος κόσμος» στον οποίο ζούμε και τον οποίο βιώνουμε.

Φυσικά το Σύμπαν δεν παύει να είναι μια λέξη-κουβέρτα που κουκουλώνει την άγνοιά μας. Η γνώση μας γι΄ αυτό αυξάνει καθημερινά με την βελτίωση των τεχνολογικών αισθητήρων μας, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά προέκταση των αισθήσεών μας και των δυνατοτήτων τού εγκεφάλου μας. Η γνώση μας, μέρα με τη μέρα, αυξάνεται δραματικά σαν μπαλόνι που διαστέλλεται. Όμως η επιφάνειά του, που αντιπροσωπεύει τη γνωστή μας άγνοια, πάντα υπερκαλύπτει τις γνώσεις μας, πάντα γεννά περισσότερα ερωτηματικά από αυτά που επιλύει η αύξηση της γνώσης μας. Και πάντα παραμένει ανοικτό το ερώτημα εάν είναι ποτέ δυνατόν ο άνθρωπος, δημιούργημα της συμπαντικής αστερόσκονης, βλαστάρι και έκφανση του σύμπαντος, να αντιληφθεί πράγματι τον δημιουργό του.

Οι Ορφικοί, πολύ πριν από την σημερινή εποχή, πίστευαν ότι ο άνθρωπος ήταν ουράνιας καταγωγής, φτιαγμένος από «αστερόσκονη». Αυτό υποδήλωνε η ρήση τους: «γης παις ειμί και ουρανού αστερόεντος, αυτάρ εμοί γένος ουράνιον». Ήταν μια μεγαλειώδης σύλληψη, δεν είχαν όμως ευρήματα και αποδείξεις για να στηρίξουν τη θέση τους. Η ανθρωπότητα έπρεπε να περιμένει την σημερινή εποχή για την απαιτούμενη τεκμηρίωσή της. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αστέρια του Γαλαξία μας είναι πελώριες μάζες υδρογόνου που αυτοκαταναλώνονται, μετασχηματίζοντας στον πυρήνα τους το υδρογόνο σε ήλιο και στη συνέχεια το ήλιο σε βαρύτερα στοιχεία. Πολλά από τα αστέρια πεθαίνουν βίαια, σκορπώντας με μια δυνατή έκρηξη ένα μέρος από την αέρια μάζα τους και αφήνοντας πίσω τους εξωτικά αστρικά πτώματα: λευκούς νάνους, αστέρια από νετρόνια ή μελανές οπές, γνωστές στο ευρύ κοινό ως μαύρες τρύπες. Από τα αέρια της εκρήξεως που είναι εμπλουτισμένα με βαρύτερα στοιχεία, τα οποία αναμειγνύονται με την περιρρέουσα μεσοαστρική ύλη, γεννιούνται καινούργια πολυπλοκότερα αστέρια. Και γύρω τους καινούργιοι πλανήτες. Και πάνω σε αυτούς: Ζωή και Νόηση.

Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες προσφορές της σύγχρονης αστροφυσικής στην υπαρξιακή αναζήτηση του ανθρώπου για την προέλευσή του. Είναι η ανακάλυψη ότι τα στοιχεία της φύσεως συντίθενται μέσα στ΄ αστέρια από τα οποία στη συνέχεια εκτινάσσονται δυναμικά, κυρίως κατά την έκρηξη των μαζικότερων άστρων όταν αυτά, στην πορεία τους προς τον θάνατό τους, εξελίσσονται σε υπερκαινοφανείς, με αποτέλεσμα να εμπλουτίζουν τα νέφη υδρογόνου του Γαλαξία μας με βαρύτερα στοιχεία. Μέσα σ΄ αυτά τα εμπλουτισμένα μοριακά νέφη γεννιούνται καινούργια αστέρια και από αυτά πλανήτες, επάνω στους οποίους αναπτύσσεται ή εμφυτεύεται η ζωή. Σε κάθε περίπτωση η ζωή, είτε δημιουργείται και εξελίσσεται σταδιακά επάνω σε πλανήτες (όπως ακόμα πιστεύουμε ότι συνέβη με τη Γη), είτε πρωτογεννιέται μέσα στα σκοτεινά μοριακά νέφη και διασπείρεται στους πλανήτες, κρυμμένη σε κοσμικά οχήματα όπως οι μετεωρίτες και οι κομήτες (σύμφωνα με εναλλακτικές ανορθόδοξες θεωρήσεις του προβλήματος της γενέσεώς της που όμως κερδίζουν σήμερα έδαφος στην αστρονομική κοινότητα), είναι πάντα δημιούργημα της αστερόσκονης.

***

Ίσως, στο σημείο αυτό, αξίζει να ρίξουμε μια διεισδυτικότερη ματιά στις έμβιες εκφάνσεις του πλανήτη μας, όπως σκιαγραφούνται από το λεγόμενο «δέντρο της ζωής», κορυφαίος καρπός του οποίου είναι ο άνθρωπος., ο οποίος, στην αρχή του 21ου αιώνα,  βρίσκεται στο μεταίχμιο της μεταμόρφωσής του σε μετάνθρωπο. Η κάμπια που σέρνονταν για εκατομμύρια χρόνια στο έδαφος και κολυμπούσε στο υγρό αταβιστικό παρελθόν της, έγινε χρυσαλλίδα, έβγαλε φτερά, κι άρχισε να πετά δειλά-δειλά έξω από τη γήϊνη φωλιά της. Κι άρχισε να βλέπει τον πλανήτη Γη από ψηλά και ν΄ ατενίζει όλο και πιο ψηλά ρίχνοντας διεισδυτικότερες ματιές στο σύμπαν.

Κοιτώντας πίσω του βλέπει τα θραύσματα από τα κελύφη που τον περιόριζαν πνευματικά σ΄ ένα γεωκεντρικό σύμπαν, σ΄ ένα ηλιοκεντρικό σύμπαν, σ΄ ένα γαλαξιακό σύμπαν, και νοιώθει, παράλληλα με το μεγαλείο της υπέρβασης, την αμηχανία της μικρότητάς του. Για να συνειδητοποιήσει ότι μικρό δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη ασήμαντο, άσκοπο, και ανάξιο, και να προβληματισθεί για την υπόστασή του. Και να αντιληφθεί ότι συνυπάρχει, όχι μόνο με τους επιφανειακά γνωστούς και κατακτημένους κόσμους των φυτών και των ζώων, αλλά και με μικρούς αόρατους κόσμους άγνωστης προέλευσης και αποστολής.

Ο κόσμος των μικροοργανισμών, των βακτηρίων, και των ιών, είναι ένας από τους «θαυμαστούς καινούργιους κόσμους» που ενδέχεται να προκαλέσει την μεγάλη ανατροπή στις αντιλήψεις μας για τη ζωή στη Γη και στο Σύμπαν. Μοριακά νέφη στο Γαλαξία μας, αστεροειδείς, μετεωρίτες και κομήτες δεν αποκλείεται να κρύβουν μέσα τους ολόκληρους τέτοιους κόσμους σε συνεχή διαστημική διακίνηση. Συγκεκριμένες απορροφητικές υφές στο φάσμα της σκόνης των τεράστιων μοριακών νεφών (που μέσα τους έχουν ήδη ανιχνευθεί πολύπλοκα οργανικά μόρια) και της σκόνης των μετεωριτών, συμπίπτουν με αντίστοιχες φασματικές υφές που προέρχονται από καλλιέργειες μικροβίων, ενώ η περιοδικότητα επιδημιών που οφείλονται σε παρόμοιους μικροοργανισμούς συμπίπτει με την χρονική περίοδο της εισόδου της Γης σε περιοχές του πλανητικού μας περιβάλλοντος που είναι γεμάτες από υπολείμματα κομητών. Πέραν αυτών, οι ιδιότητες των βακτηρίων όσον αφορά την αντοχή τους σε ακραίες καταστάσεις πίεσης και θερμοκρασίας αλλά και σε υψηλές δόσεις ακτινοβολίας, καταστάσεις που ποτέ δεν χαρακτήριζαν τον πλανήτη μας για να αποδοθούν στην ικανότητα προσαρμογής τους, είναι αινιγματικά εξωγήϊνες.

Ο ρόλος των βακτηρίων στην προέλευση της ζωής στη Γη και στην εξέλιξη των μορφών της, όταν διερευνηθεί, δεν αποκλείεται να ανατρέψει οριστικά την «επαρχιακή» θεωρία της εξελίξης, η οποία, πέραν του ενστικτώδους γεωκεντρισμού της, δέχεται σοβαρά πλήγματα από την οριστικοποίηση των παλαιοντολογικών ευρημάτων  ότι οι πολύπλοκες μορφές ζωής στον πλανήτη ενέσκυψαν αιφνιδιαστικά (από που άραγε;) πριν από περίπου 600 εκατομμύρια χρόνια. Ήταν κάτι σαν ένα είδος απρόσμενης ανθοφορίας από ένα δέντρο του οποίου ο κορμός και τα κλαδιά δεν μας είναι ορατά. Η δε θρυλούμενη εξέλιξη των ειδών προχωρεί με εκρηκτικά άλματα, ανά 100 περίπου εκατομμύρια χρόνια, ανάμεσα σε κοσμικά ατυχήματα καταστροφών της Γης από συγκρούσεις με αστεροειδείς, που εξαφανίζουν μαζικά και οριστικά ολόκληρα είδη ζωής (για παράδειγμα εξαφάνιση των δεινοσαύρων και πολλών άλλων ειδών πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια). Κι όλα αυτά εν μέσω έμβιων όντων με «εξωγήϊνες» αντοχές σε υψηλές δόσεις ακτινοβολίας – χαρακτηριστικό του χώρου του Διαστήματος –  που εμφανίσθηκαν το καθένα τους αιφνιδιαστικά και ουδεμία εξέλιξη υπέστησαν έκτοτε, για εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια (κατσαρίδες, γαρίδες, σκορπιοί).

Η όλη εικόνα είναι συμβατή με το σενάριο της πιθανής περιοδικής εισόδου του ηλιακού μας συστήματος σε πυκνά μοριακά νέφη, κατά την πορεία του γύρω από το κέντρο του Γαλαξία μας, μια πορεία που χρειάζεται περίπου 250 εκατομμύρια χρόνια για μια πλήρη περιφορά. Η «σύγκρουση» του ηλιακού μας συστήματος με ένα τέτοιο μοριακό νέφος έχει σαν αποτέλεσμα τον εκσφενδονισμό πολλών κομητών από το «νέφος κομητών» που περιβάλλει το ηλιακό μας σύστημα, προς όλες τις κατευθύνσεις. Κάποιοι από αυτούς που πλησιάζουν ή συγκρούονται με τη Γη, ίσως να την ψεκάζουν κυριολεκτικά με νέο γενετικό υλικό, δημιουργώντας «γενετικές καταιγίδες» (βροχές βακτηρίων και ιών;) που επηρεάζουν, κατευθύνουν ή καθορίζουν την εμφάνιση νέων μορφών ζωής στον πλανήτη μέσα από γενετικές παρεμβάσεις. Η πρόσφατη διαπίστωση των βιολόγων ότι η οριζόντιος μεταφορά γενετικού υλικού από είδος σε είδος,  μέσω των ιών κυρίως, αποτελεί (και αποτέλεσε στο παρελθόν) έναν κορυφαίο μηχανισμό δημιουργίας νέων ειδών, μέσα από γενετικές «ενδοσυμβιώσεις», συγκολλήσεις, ενσωματώσεις, και υβριδικές μεταμορφώσεις (για παράδειγμα στο γονιδίωμα της αγελάδας έχει ανιχνευθεί ένα κομμάτι DNA φιδιού που φαίνεται ότι «πέρασε» οριζόντια μέσα του πριν από 50 εκατομμύρια χρόνια) έχει πρακτικά ακυρώσει την δαρβινική σύλληψη του «δέντρου της ζωής» και οδηγεί σε αναζήτηση μιας άλλης τοπολογίας, δικτυακής, κατά πάσα πιθανότητα, μορφής.   

Οι απόψεις αυτές, ως ιδέες, δεν ήταν ξένες στην επιστήμη του 20ου αιώνα, δεδομένου ότι προβλήθηκαν συστηματικά από ολιγάριθμους μεν, αλλά σημαντικούς επιστήμονες του καιρού τους (από την αρχή έως και το τέλος του αιώνα), χωρίς όμως να κατορθώσουν να διατρήσουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που από τη φύση του είναι συντηρητικό και απαιτεί (ορθώς) σκληρές αποδείξεις για την συμπερίληψή τους στο τρέχον ερμηνευτικό σχήμα της πραγματικότητας, όπως την αντιλαμβανόμαστε μέσα από τα μάτια της κατεστημένης επιστήμης. Η αυξανόμενη αξιοπιστία τους των τελευταίων ετών οφείλεται ακριβώς στις επιστημονικές ενδείξεις (αν όχι αποδείξεις) που παρέχονται μέσα από αστροφυσικές κυρίως έρευνες, συνεπικουρούμενες από την αναγκαστική πλέον αναθεωρητική έρευνα των γεωλογικών και βιολογικών ευρημάτων και δεδομένων.

Ο χώρος της Αστρονομίας υπήρξε ιστορικά ο κατ΄ εξοχήν ταραξίας του κατεστημένου (Αρίσταρχος, Κοπέρνικος, Γαλιλαίος, Τζιορντάνο Μπρούνο για παράδειγμα), οι αλήθειες όμως που διακήρυττε έπρεπε να περιμένουν την ευρύτερη κοινωνική ωρίμανση, για να επιβεβαιωθούν μέσα από την ενασχόληση του κύριου σώματος των ερευνητών της επιστήμης και την παροχή αδιαφιλονίκητων αποδείξεων. Θυμηθείτε ότι για την οριστική αποδοχή του ηλιοκεντρικού συστήματος απαιτήθηκαν 100 περίπου χρόνια από την δημοσίευση του έργου του Κοπέρνικου. Έχουμε λοιπόν καιρό μπροστά μας.

Μέχρι τότε η προσοχή μας θα είναι στραμμένη στους ψίθυρους των άστρων. Μήπως και κάποιο μήνυμα μας έρθει από κάποιον αδελφό ή ανάδελφο εξώκοσμο πολιτισμό. Μέχρι να καταφέρουμε τουλάχιστον να στείλουμε εμείς το μήνυμά μας «εκεί» ή να κάνουμε γνωστή την παρουσία μας, ζωντανά, ραδιοφωνικά, εικονικά ή έστω πνευματικά.

Όμως κι αυτή μας η προσπάθεια πιθανόν να μην ξεφεύγει από τα επαρχιακά κοσμικά όρια της αντίληψής μας και τον εγωκεντρισμό της σκέψης μας. Αλήθεια ποιός κάθεται να σκεφτεί σοβαρά πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένα ολόκληρο ιδιότυπο Σύμπαν; Πως κουβαλά μέσα του δισεκατομμύρια «αυτόνομα» κύτταρα (έτσι νομίζουν αυτά τουλάχιστον) που ζουν τη δική τους ζωή μέσα σε μια δυναμική ισορροπία που η καθημερινότητά της χαρακτηρίζεται από 500 εκατομμύρια θανάτους και άλλα 500 εκατομμύρια γεννήσεις; Γιατί τόσα υπολογίζονται ότι είναι τα κύτταρα που πεθαίνουν και άλλα τόσα που γεννιούνται κάθε μέρα, στον ανθρώπινο οργανισμό. Κι όλα τους ζουν και δουλεύουν στο δικό τους κόσμο, με τα δικά τους καθήκοντα, τις δικές τους αποστολές, τις δικές τους μάχες με τους εισβολείς ιούς, το δικό τους σύστημα επικοινωνίας.

Σαν πείραμα σκέψης, μεταμορφώστε τον κάθε άνθρωπο σε λιλιπούτειο κύτταρο και δείτε ένα πλέγμα ανθρώπινο να περιβάλλει τον πλανήτη Γη. Επιδερμικά, επιφανειακά, σαν ένα δίκτυο εγκέφαλων, ανθρώπινων και ηλεκτρονικών, με την πληροφορία να κινείται και να διαχέεται στην υδρόγειο, με τον καθένα μας να νομίζει πως μάχεται στον δικό του πόλεμο, πως εξυπηρετεί τις δικές του προσωπικές επιδιώξεις. Έτσι ακριβώς, όπως τα κύτταρα μέσα στον δικό μας οργανισμό. Σκεφθείτε για μια στιγμή τα κύτταρα της γλώσσας μας. Δουλεύουν και παράγουν πρωτεϊνες, χωρίς ποτέ να μπορούν να αντιληφθούν πως είναι μέρος ενός οργάνου που, μεταξύ των άλλων που κάνει, χρησιμοποείται – εργαλειακά έστω –  για να μιλά, να αρθρώνει λόγο επικοινωνίας με κάποιο συνάνθρωπό του, που για τα κύτταρά μας δεν είναι ούτε ορατός, ούτε κατανοητός.

Μήπως κι εμείς είμαστε απλά τα κύτταρα ενός μετανθρώπινου εγκέφαλου που περιβάλλει τον πλανήτη Γη, έκφανση της ενδότερης δυναμικής της ύλης του ή έστω της εξώκοσμης σποράς της; Μήπως «εγκέφαλοι-πλανήτες» μιλούν εδώ και χρόνια μεταξύ τους, γελάνε, κλαίνε, αστειεύονται (με μας), «ενώ εις την οδόν έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί»; Λέμε, μήπως;

***

Η όλη εικόνα του κόσμου, όπως παρουσιάστηκε μέχρι τώρα, προέρχεται από τα επιτεύγματα κυρίως της αστρονομίας και της αστροφυσικής, και είναι μια εικόνα που προκύπτει από δυνάμεις πέραν του καλού και του κακού: δυνάμεις βαρύτητας, ηλεκτρομαγνητικές, ισχυρές και ασθενείς πυρηνικές δυνάμεις σε ένα συνεχές παιχνίδι δημιουργίας και καταστροφής, συγκρότησης και μετάλλαξης, ισορροπίας και ευστάθειας, έκρηξης και βίας, ένα κοσμικό παιχνίδι που διέπει τον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο, ένα πολύπτυχο δράσεων, μορφογένεσης και εξαϋλωσης κάτω από την παρουσία δυνάμεων, ορατών τε και αοράτων.

Και είναι ακριβώς η γνώση αυτή, προαπαιτούμενη για τη χάραξη της πορείας μας στην κοινωνία των ανθρώπων. Η συνειδητοποίηση ότι είμαστε εκφάνσεις και δημιουργήματα ενός τέτοιου μυστηριακού Σύμπαντος μας βοηθά να κατανοήσουμε την ετερότητα, το «διαφορετικό» γύρω μας, και να αναπτύξουμε έναν κώδικα αξιών και συμπεριφοράς στηριγμένο στην ανοχή αλλά και στην χάραξη των ορίων της. Γιατί οι κοινωνίες των ανθρώπων, αντίθετα από τη συγκρότηση της φύσεως, υπάρχουν και λειτουργούν όχι πέραν, αλλά μέσα από τη γνώση των δυνάμεων του καλού και του κακού και τις συνειδητές επιλογές μας, με μέτρο πάντα τον άνθρωπο.

Τον άνθρωπο που υπερβαίνει τις υλικές του ανάγκες μπροστά σε ένα αχανές Σύμπαν και στρέφεται συχνά στους περιπλανώμενους σοφούς του πλανήτη που μόνη τους έγνοια είναι η γνώση των άστρων, στους σύγχρονους εκείνους νομάδες της επιστήμης που τόσο παραστατικά περιέγραψε ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, μέσα από τους στίχους του «Δωδεκάλογου»:

Κι ήρθαν και οι γύφτοι που γνωρίζουν
των πλανητών τα κατατόπια
κι όλα τα μυστικά των άστρων,
και που μιλάνε με τ΄ αστέρια,
και που θωρώντας τα μαντεύουν
ζωές, αγάπες, μοίρες, χάρους.

Κι ήρθαν κι οι γύφτοι οι διαβασμένοι
κι οι σκεφτικοί κι οι βυθισμένοι
στ΄αξήγητου το ξήγημα...

Είναι αυτή ακριβώς η «εξήγηση του ανεξήγητου» που απασχολεί το ανθρώπινο μυαλό από την εποχή που η κουλτούρα και ο πολιτισμός άρχισαν να χαρακτηρίζουν συλλογικά το ανθρώπινο είδος.

Ίσως εδώ θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η αναζήτηση των αρχών της δημιουργίας και της εξέλιξης του Κόσμου, η Κοσμολογία, όντας ελληνική λέξη και, τολμώ να πω, ελληνική σύλληψη – γνωστού όντος ότι ήταν οι Έλληνες φυσικοί, κυρίως από την Ιωνία, εκείνοι που πρώτοι συνέλαβαν τα πρώτα στοιχεία και τις υποκείμενες εγγενείς με αυτά διαδικασίες μετασχηματισμού και εξέλιξης του Σύμπαντος – διαπερνιέται από το κλασικό ελληνικό πνεύμα, σε ότι αφορά την αναγκαιότητα της βασικής γνώσης.

Ήταν ο Αριστοτέλης εκείνος που επεσήμανε αυτή την αναγκαιότητα με τη ρήση του: «ο άνθρωπος του ειδέναι ορέγεται φύσει», ο άνθρωπος επιζητά την γνώση από την ίδια του τη φύση, αν και, όπως όλοι γνωρίζουμε, τρώγωντας κανείς απ΄ το δέντρο της γνώσης μπορεί μερικές φορές να έχει θανατηφόρες συνέπειες.
Πράγματι αν πιστεύουμε στην ύπαρξη του Παραδείσου, είμαστε σίγουρα σε πορεία καθόδου, σε διαδρομή ελευθέρας πτώσεως, κάτω από την διαβρωτική επίδραση της αμαρτίας της γνώσης. Αν όμως έχουμε χάσει τον Παράδεισο από τα μάτια μας, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τους εαυτούς μας σαν θαλασσοπόρους χαμένους στο Διάστημα, που αναζητούν το νόημα της σύντομης ζωής τους στις αχανείς και μυστηριώδεις εκτάσεις του Σύμπαντος.

Είναι άραγε το Σύμπαν ένα τεράστιο κοσμικό πυροτέχνημα που τόσο εξάπτει την φαντασία μας, μέσα απ΄ το οποίο αναπηδά εξακολουθητικά μια συνεχής αλυσίδα πολύχρωμων κοσμικών βεγγαλικών, κάτι παρόμοιο με κοσμικά μορφοκλασματικά, με fractals, ή είναι ένα κλουβί του οποίου τα κάγκελα δεν μπορούμε να δούμε; Ή μήπως είναι οι δικές μας προσπάθειες που καθιστούν τα κάγκελα αόρατα, εμβαθύνοντας τις γνώσεις μας, διευρύνοντας τους ορίζοντές μας, και σταδιακά απωθώντας όλο και πιο μακρυά τα όρια της άγνοιάς μας;

Και όλα αυτά δεν είναι παρά ένα κοσμικό σενάριο που ξετυλίγεται μέσα στον χρόνο. Τι είναι όμως χρόνος; «Φυσικά και γνωρίζω, όμως μη με ρωτάτε, γιατί δεν μπορώ να σας εξηγήσω». Είμαι βέβαιος πως όλοι όσοι έχουν εντρυφήσει στα κλασικά χριστιανικά κείμενα θα έχουν επισημάνει την ομοιότητα της απάντησης με τη ρήση του ιερού Αυγουστίνου του 5ου μ.Χ αιώνα: «Τι είναι λοιπόν χρόνος; Αν δεν με ρωτήσει κανείς, ξέρω τι είναι. Αν όμως με ρωτήσει και πρέπει να του εξηγήσω τότε δεν ξέρω».

Σε αντίθεση με τον «χώρο» τον οποίο η καθημερινή εμπειρία  γεμίζει με αντικείμενα και του προσδίδει ιδιότητες αντικειμενικής υπάρξεως, ο «χρόνος» παραμένει αίσθηση υποκειμενική μέσα στην οποία κινούνται οι ιδέες μας, τα αισθήματα μας, η αυτοσυνείδησία μας. Το «τικ- τακ» του ρολογιού ή της καρδιάς μας ή του πλανήτη μας (κάθε φορά που συμπληρώνει μία περιφορά γύρω από τον Ήλιο), γενικά «του χρόνου τα γυρίσματα», όπως προσφυώς εκφράζει ο λαός μας την αίσθηση της περιοδικότητας με την οποία είναι συνυφασμένη η εικόνα της μέτρησης του χρόνου, όλα αυτά είναι σαν να έχουν διαφορετική ροή  σαν να τρέχουν κι αυτά μέσα σ΄ έναν άλλο, διαφορετικό για τον καθένα μας χρόνο. Είναι αίσθηση, φαντασία ή πραγματικότητα; O «Ριπ-βαν-Ουϊνκλ» ο ήρωας των παιδικών μας χρόνων από το κλασικό αριστούργημα του Ουάσιγκτον Ίρβινγκ, ξεχνιέται στο μαγικό βουνό με τους νάνους για ένα βράδυ, κι όταν επιστρέφει στο χωριό του ανακαλύπτει ότι δεν ζει κανείς από την οικογένεια και τους γνωστούς του, εγγόνια και δισέγγονα κατοικούν το χωριό, δεν υπάρχουν πιά άλογα και κάρα, τα αυτοκίνητα έχουν πλημμυρίσει τον  τόπο, ηλεκτρισμός και τηλέφωνο παντού. Γυρίζει σ΄ έναν άλλο κόσμο που έχει τρέξει μέσα στο χρόνο. Ή μήπως πάγωσε ο δικός του χρόνος όσο έτρεχε στο μαγικό βουνό;

«Αυτό είναι», θα σας απαντήσει ο κάθε σύγχρονος αστροφυσικός, γνώστης των συμπερασμάτων της ειδικής θεωρίας της σχετικότητας. «Ρολόγια που τρέχουν πάνε αργά», και τα ρολόγια φυσικά δεν τρέχουν μόνα τους, τα φορούν οι αστροναύτες στα διαστημόπλοια που αναπτύσουν ταχύτητες – θα αναπτύξουν για την ακρίβεια – που πλησιάζουν την ταχύτητα του φωτός. Τότε ο χρόνος γι αυτούς κυλάει αργά σε σχέση με το χρόνο που περνά για το δίδυμο αδελφό τους που έμεινε στη Γη. Κι όταν γυρίσουν απ΄ το διάστημικό ταξίδι  ένα-δυο χρόνια μεγαλύτεροι, τ΄ αδέλφια τους άλλα θάχουν πεθάνει κι άλλα θα είναι σε βαθειά γεράματα – το λεγόμενο «παράδοξο των διδύμων».

«Ποταμός από συμβάντα και ρεύμα ορμητικότατο αποτελεί ο χρόνος» κατά τον Μάρκο Αυρήλιο. Αυτό το ρεύμα η επιστήμη σήμερα, νομίζει πως βρήκε τρόπο –  θεωρητικά τουλάχιστον – να το επιβραδύνει. Αν θα τα καταφέρει στην πράξη, ο «χρόνος» θα δείξει. Όταν στο «μέλλον», εγγύς ή απώτερο, καταφέρει ο άνθρωπος να τρέξει με ταχύτητες παραπλήσιες της ταχύτητας του φωτός, τότε θα κριθεί τελεσίδικα η «αλήθεια» της θεωρίας που δεν αναγνωρίζει παρόν, παρελθόν και μέλλον γιατί ο «χρόνος» δεν υπάρχει γι αυτήν παρά μόνο σαν μία τέταρτη διάσταση ενός χώρου ο οποίος γεννιέται και εξελίσσεται μαζί με το Σύμπαν.

Αυτή η έννοια του «χωροχρόνου» δεν είναι εύκολο να οπτικοποιηθεί. Η συνήθης προσομοίωση γίνεται με την περιστολή του τρισδιάστατου χώρου σε δισδιάστατο, με την μεταμόρφωση για παράδειγμα του ανθρώπου σε αμοιβάδα που κινείται σε ένα επίπεδο και όχι στον χώρο. Τότε η τρίτη διάσταση είναι ο χρόνος η δε μορφή του επιπέδου γύρω από ένα έντονο βαρυτιακό κέντρο, όπως για παράδειγμα μια μαύρη τρύπα, παίρνει την μορφή ενός χωνιού που προσροφά ότι πλησιάσει κοντά του. Αυτή ακριβώς η ιδιότητα που παραμορφώνει την γεωμετρία του χώρου παρέχει δυνατότητες ταχείας επικοινωνίας που εκ πρώτης όψεως είναι αντισυμβατικές. Φανταστείτε για παράδειγμα μια ζώνη που κάμπτουμε σε σχήμα φουρκέτας με δύο παράλληλους διαδρόμους: για να βρεθεί κανείς στον κάτω διάδρομο θα πρέπει ξεκινώντας εξωτερικά από τον επάνω διάδρομο να περάσει από το καμπύλο μέρος που ενώνει τους δύο διαδρόμους και να συνεχίσει στον κάτω. Όμως σε περίπτωση που πέσει στην μαύρη τρύπα, στο χωνί, τότε αυτό γίνεται τούνελ αν στο από κάτω σημείο της ζώνης βρίσκεται κι εκεί μια μαύρη τρύπα. Αυτό που θα πέσει στο χωνί της πρώτης (πληροφορία, ταξιδιώτης ή οτιδήποτε άλλο) θα περάσει από το ανάστροφο χωνί της δεύτερης και θα βρεθεί στην κάτω λωρίδα, σε χρόνο πρακτικά μηδέν σε σχέση με τον χρόνο που απαιτείται για να διασχίσει κανείς συμβατικά την ζώνη (έτσι ώστε να φθάσει από την μία μαύρη τρύπα που βρίσκεται στην επάνω λωρίδα στην κάτω μαύρη τρύπα που βρίσκεται στην κάτω λωρίδα). Θα μπορούσε να το παρομοιάσει κανείς με το ασανσέρ ενός ουρανοξύστη που σας κατεβάζει πολύ γρήγορα στο ισόγειο σε σχέση με τον χρόνο που θα χρειαζόσασταν για να κατεβείτε με τις σκάλες. Ίσως μ’ αυτόν τον τρόπο να επικοινωνούν μεταξύ τους πολλά  παράλληλα σύμπαντα, αν αυτό που θεωρούμε σήμερα ως Σύμπαν δεν είναι το μοναδικό, αλλά ένα από τα πολλά μιας άλλης μετασυμπαντικής πραγματικότητας. Ψέματα ή αλήθεια; Όπως και νά ’χει το πράγμα, όπως λένε κι οι Ιταλοί: se non è vero, è ben trovato, έστω κι αν δεν είναι αλήθεια, είναι πολύ ευρηματικό.

Πάντως, μέχρι να δούμε τι απ’ όλα αυτά ισχύει και τι όχι, ας περιοριστούμε στην ψευδαίσθηση του δικού μας Σύμπαντος. Εδώ, όπως έχουν τα πράγματα, «το βέλος του χρόνου» ταξιδεύει σε μονόδρομο αφήνοντας πίσω το παρέλθον, αδυνατώντας να σταθεί στο παρόν, στοχεύοντας το απρόβλεπτο μέλλον. Αν και οι νόμοι της φύσης όπως τους αντιλαμβάνεται η φυσική είναι οι ίδιοι και δεν αναγνωρίζουν παρόν, παρελθόν ή μέλλον, η πορεία των γεγονότων ακολουθεί το «βέλος του χρόνου». Ο ζεστός καφές όταν τον αφήσουμε κρυώνει – κανείς ποτέ δεν παρατήρησε τον κρύο καφέ να ζεσταίνεται από μόνος του – καθορίζοντας έτσι το  «θερμοδυναμικό βέλος του χρόνου», εμείς μεγαλώνουμε και γερνούμε – καμία νεανική ενδυμασία, καμία ανάμνηση των μαθητικών μας χρόνων, κανένα λίφτινγκ δεν μας ξανακάνει νέους – γεγονός που αναδεικνύει το «βιολογικό βέλος του χρόνου». Κι όλα αυτά ακολουθούν τη μονόδρομη πορεία που ακολουθούν, γιατί ζούμε σ΄ ένα Σύμπαν που διαστέλλεται, ένα Σύμπαν-Όρφικό Αυγό που κάποτε έσπασε (πώς; γιατί;), ξεχύθηκε, και συνεχίζει να ξεχύνεται ασταμάτητα (προς τα πού; γιατί;) διαμορφώνοντας το «κοσμολογικό βέλος του χρόνου», με παρελθόν, παρόν και μέλλον, με ζωή που αρχίζει στην κούνια και τελειώνει στον τάφο. Αυτή είναι η σύγχρονη μυθολογία μας.

Τι θα γίνει όμως αν, σύμφωνα πάντα με τις τρέχουσες επιστημονικές θεωρίες του ανθρώπου, το κοσμικό αυτό άθυρμα, γέννημα ίσως κάποιας παρτίδας θεϊκού σκακιού, επιβραδύνει τη διαστολή του, φρενάρει και αρχίσει να συστέλλεται; Θα αναστραφεί το ορμητικό ρεύμα του χρόνου; Τα ερείπια των ναών μας θα αναστηλωθούν από μόνα τους και θα δούμε ξανά τον Παρθενώνα, έστω για λίγο, να ξαναζωντανεύει τη δόξα που ήταν κάποτε η Ελλάδα; Θα δούμε τη ζωή να γεννιέται  στους τάφους αρχίζοντας με γέροντες και την εξουσία να περνά στα χέρια των σοφών παιδιών; Ίσως ο «σκοτεινός», ο «οχλολοίδoρος», ο «αινικτής» Ηράκλειτος να είχε τελικά δίκαιο: «Αιών παίς εστί παίζων, πεσσεύων, παιδός η βασιληίη».

Σίγουρα η Αστρονομία έχει τον πρώτο λόγο για όλα αυτά τα θέματα. Και είναι ακριβώς η τολμηρή προσπάθεια της παρατήρησης των απόμακρων ουρανίων σωμάτων και φαινομένων εκείνη που την καθιστά επιστήμη ρεαλιστική, εκείνη που κυριολεκτικά βάζει τα θεμέλια της πραγματικότητας που μας περιβάλλει. Και που είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε και να αντιμετωπίσουμε.

Μήπως όμως η «πραγματικότητα» είναι συνεχώς «υπό κατασκευήν»; Είναι άραγε τα μηνύματα που παίρνουμε από το Σύμπαν αρκετά καθαρά ώστε να αποκρυπτογραφήσουμε την πεμπτουσία του; Θα καταστεί ποτέ δυνατόν σε όντα σαν κι εμάς, ασήμαντες εκφάνσεις του Σύμπαντος, να κατανοήσουμε την προέλευση και τις διεργασίες του Δημιουργού μας; Ή ακόμη και οι ευφυέστερες ιδέες μας γύρω από το θέμα είναι καταδικασμένες να είναι αντιφατικές; Αλλά και πάλι, δεν αποκλείεται το Σύμπαν καθεαυτό να είναι μία Αντίφαση per se. Μπορώ να το νοιώσω μέσα από το πνεύμα των στίχων εκείνου του μεγάλου Αμερικανού ποιητή, του πληθωρικού Ουώλτ Ουϊτμαν, στη μεγάλη του έκρηξη:

Αντιφάσκω με τον εαυτό μου;
Πολύ καλά λοιπόν, αντιφάσκω με τον εαυτό μου.
Είμαι πελώριος. Εμπεριέχω πολλαπλότητες.

Μερικές τουλάχιστον από αυτές τις πολλαπλότητες είμαστε σήμερα σε θέση να τις προσεγγίσουμε, να τις αντιληφθούμε και να τις κατανοήσουμε. Δεν είναι φυσικά παρά το πρώτο σκαλί στην κλίμακα του Ιακώβ που ανεβαίνει στα ουράνια. Όμως, για να θυμηθούμε και τον μεγάλο μας Αλεξανδρινό:

Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
..............................................................
Εδώ που έφθασες λίγο δεν είναι,
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.

Πάντως, ας μη ξεχνάμε ποτέ ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να πορευθεί κανείς στη γνώση αυτού του πρώτου σκαλοπατιού και στην όποια δόξα το συμπαρομαρτεί.. Κι ο καθένας μας καλείται να επιλέξει τον δικό του. Ευχή και ελπίδα όλων μας, τον όποιον δρόμο διαλέγουμε να είναι ανθρώπινος, να έχει καρδιά. Κι ένα ευτυχισμένο αστέρι να  φωτίζει πάντα τα βήματά μας στο σύντομο ταξείδι της ζωής.